Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Εικοσιέξι

Τα μισώ τα καζίνο.Δεν θεωρώ ότι μπορεί κάποιος να βγάλει λεφτά από κει.Είναι μεγάλη απάτη και μάλιστα νόμιμη.Αλλά έχει ένα καλό. Μπορείς με ένα εισιτήριο των 20 ευρώ να πιεις και να φας όσο θέλεις.Κάνω γρήγορα ένα ντους,βάζω ένα γκρι κοστούμι,παίρνω το προαστιακό και μετά από μία ώρα φθάνω Κόρινθο.Από κει με το λεωφορείο κατεβαίνω στη στάση καζίνο Λουτρακίου.Πληρώνω στην υποδοχή και μπαίνω μέσα.Εδώ βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι.Επιχειρηματίες κάθε λογής τοκογλύφους,μικροαπατεώνες,επαγγελματίες παίκτες,ψαρωμένους φοιτητές,κολεγιόπαιδα βορείων προαστείων,νταβατζήδες με τα πουτανάκια τους και φουκαράδες εθισμένους στο τζόγο.Κινητά τρόλεϋ μπαρ σέρνονται πάνω κάτω από ακούραστους σερβιτόρους για να ξεδιψάσουν άπληστα λαρύγγια. Στις γωνίες υπάρχει μπουφές με πλούσια εδέσματα. Αλλά κανείς δε πλησιάζει. Όλοι θέλουν να μεθύσουν και να γίνουν πλούσιοι. Κάθομαι στο μπαρ. Να πιω ουίσκι? Έχω ακούσει ότι εδώ προσφέρουν το πιο φθηνό και πιθανόν νοθευμένο. Δε γαμιέται. Εδώ ήρθα για να μεθύσω. Παραγγέλνω ένα Dimple με πάγο και παρατηρώ μια τροφαντή κυρία γύρω στα πενήντα να φωνάζει
- Παλιομαλάκα καραγκιόζη!! Ηλίθιε!!
Τρέκλιζοντας πιο πίσω, ένας κοκοβιός* την εκλιπαρεί:
- Όχι Μαριγούλα μου δεν έπαιξα σου λέω, στο σταυρό που σου κάνω.
- Την είσπραξη της ημέρας παλιοκαθίκι! Δε σέβεσαι τίποτα?  φωνάζει αυτή.
- Όχι Μαριγούλα μου, συνεχίζει αυτός.
Το πλήθος γύρω γελά. Κάποιος από μια παρέα πετάγεται:
- Μαριγούλα όταν πας σπίτι ξεβρακωσέ τον και ρίξτου βουρδουλιές στο
  κώλο!!
Λίγο παραπέρα ένας τύπος γύρω στα εξήντα παίζει μπλακ τζακ σε ένα
τραπέζι και δίπλα του μια γεροντομπεμπέκα με βαμμένο ξανθό μαλλί και
απανωτά lifting* του κρατά το χέρι.
- Άγαπη μου είναι το δεύτερο εικοσιτετράωρο που είμαστε εδώ. Νυστάζω,
  του κάνει με νάζι και τραβά το χέρι της.
- Έλα Τζένη, θέλω να μου χαϊδεύεις το χέρι όσο παίζω. Μην σταματάς, της
  λέει αδιάφορα.
Στους κουλοχέρηδες ένας τύπος έχει κοιμηθεί πάνω στο μηχάνημα και μια
ηλικιωμένη με ένα κουβά κέρματα καπνίζει ασταμάτητα και που και που
παραμιλάει
- Εγώ θα σας γαμήσω! Εγώ θα σας γαμήσω!...
Μετά από κανά τρίωρο βολοδέρνω χαζεύοντας. Έχω μεθύσει και γλυκοκοιτάζω
μια μικροκαμωμένη μελαχροινή σερβιτόρα που πηγαινοέρχεται στο μπαρ. Δεν
της είμαι αδιάφορος. Φοράω το πιο γλυκό μου χαμόγελο και της λέω
- Να σε περιμένω όταν σχολάσεις?
- Σχολάω κατά τις τρεις
- Θα σε περιμένω!
- Αν δε βαριέσαι
- Μπορώ να σε περιμένω μια ζωή! την αποτελειώνω και αυτή μου χαμογελά
  και φεύγει.
Γύρω στις 12:00 έχω βαρεθεί τη ζώη μου, σέρνομαι και σκέφτομαι να τη
κάνω. Κάτι φοιτητές τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους όλο χαρά πάνω από μια
ρουλέτα. Η τύχη του πρωτάρη. Ανοίγω το πορτοφόλι και μετράω τα χρήματα
μου. Δύο εικοσάρικα και ένα δεκάρικο. Με τρώει ο κώλος μου. Χαλάω σαράντα
ευρώ σε μάρκες και παίζω ρουλέτα. Γρήγορα κερδίζω μικροποσά και νοιώθω
όλο και καλύτερα. Λίγο πριν τις 14:00 ήδη κερδίζω 120 ευρώ.
- Φίλε μου το όνομα σου, ρωτάω το γκρουπιέρη
- Σίμος, μου απαντά αυτός
- Σίμο τι νούμερο παπούτσι φοράς? 
- 38
- Μήπως έχεις και μικρό τσουτσούνι? αστειεύομαι αλλά αυτός δε γελά.
- Βάλτα όλα στο 38 λοιπόν!!
Γυρίζει η μπίλια και κάθεται στο 38. Η καρδιά μου χτυπά σα τρελή. 3800
ευρώ είναι αυτά. Αφήνω στο Σίμο μπουρμπουάρ, παίρνω τις μάρκες μου και
πηγαίνω στο μπαρ. Παραγγέλνω τη καλύτερη σαμπάνια και περιμένω τη
σερβιτόρα. Αυτή πλησιάζει και μου λέει ότι θα καθυστερήσει. Άργησε η
αντικαταστάτρια της. Δε πειράζει, της λέω και τη ρωτάω, αν θέλει να κάνω
κράτηση στο Λουτράκι Resort για δύο. Χαμογελά και εγώ ήδη μας βλέπω στη
παραλία να κάνουμε έρωτα και το κύμα να μας τυλίγει στην αγκαλιά του.
- Όσο υπάρχουν άνθρωποι..., με διακόπτει ένας λιμοκοντόρος*, ...θα υπάρχουν
  και τα καζίνο.
- Πως? κάνω και σκέφτομαι άλλος ένας τρελός που ψάχνει τράκα.
- Ο άνθρωπος είναι άπληστος και εσύ σήμερα εδώ ήρθες για να χάσεις. Όχι
  για να κερδίσεις, συνεχίζει το παραλήρημα.
- Κάνεις λάθος ανθρωπέ μου. Εδώ ήρθα για να μεθύσω του κάνω και
παίρνοντας τη σαμπάνια αγκαλιά βγαίνω έξω να πάρω αέρα. Στρίβω τσιγάρο
και πίνω από το μπουκάλι.
- Μήπως ο κύριος έχει ανάγκη από ρευστό? μου κάνει μια σιγανοπαπαδιά με
  οδοντογλυφίδα στο στόμα.
- Όχι ευχαριστώ, το κόβω από την αρχή
- Επειδή ποτέ δεν ξέρεις αν η μοίρα καθορίζει τη ζώη μας ή αν η ζωή
  καθορίζει τη μοίρα μας και έννοιες όπως τύχη και σύμπτωση που είναι
  διαφορετικές πιθανόν να σημαίνουν και το ίδιο ακριβώς πράγμα, κράτησε
  τη κάρτα μου για παν ενδεχόμενο.
Λουκάς Σπαζοκεφαλιάς - Υπηρεσίες τρίτων, διαβάζω.
- Εσύ είσαι αυτός? τον ρωτάω.
- Ολόκληρος, μου κάνει.
- Και αν θέλω να ακούσω και άλλες βαθυστόχαστες μαλακίες που σε βρίσκω?
- Αν ζητήσεις τις υπηρεσίες μου θα σε βρω εγώ. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο,
  μου λέει και εξαφανίζεται.
Μπαίνω στο καζίνο και πάω να εξαργυρώσω τις μάρκες. Στην ουρά ακούω
φασαρία και γυρίζω. Οι φοιτητές έχουν ξετινάξει τη ρουλέτα. Για κάποιο
περίεργο λόγο συνδέω τη τύχη μου με τη δική τους. Οι σφυγμοί μου
ανεβαίνουν και με τσιγκλάνε να γυρίσω στο τραπέζι. Έλα ρε Στέφανε δεν
τα γουστάρεις εσύ αυτά, ξεκόλλα λέω στον εαυτό μου. Μάταιο. Ήδη βρίσκομαι
πάνω από τη ρουλέτα. Αποφασίζω να παίξω χρώμα κόκκινο. Έχω πενήντα τοις
εκατό να κερδίσω. Άφηνω κάτι ψηλά στην άκρη και ποντάρω τα υπόλοιπα. Ο
Σίμος λέει, τέλος τα στοιχήματα και ρίχνει τη μπίλια στο τροχό. Η απόλυτη
σιωπή. Το μόνο που ακούγεται είναι ο ήχος της πάνω στο λαξεμένο στο
χέρι, κεχριμπαρένιο και επιχρυσωμένο ξύλο του τροχού. Αγκομαχά, χτυπώντας
σαν να θέλει να ξεκουραστεί, να αράξει, προσγειώνεται στο κόκκινο για
κλάσματα δευτερολέπτου, ανασηκώνεται και τελικά αναπαύεται στο μαύρο. Μια
κάμερα κάνει τράβελινγκ, γυρίζει γύρω μου πάνω στον σιδηροδρομικό τροχό
ενώ εγώ έχω σηκώσει το κεφάλι ψηλά ξεφυσσώντας. Γκρο πλαν στον
παρουσιαστή
- Φίλοι μου αγαπημένοι, γεια σας και χαρά σας, λέει στη κάμερα ο Γιώργος
  Οικονομίδης*. Σήμερα έχουμε τη χαρά και τη τιμή να φιλοξενούμε στην
  εκπομπή μας τον Στέφανο Λυγίζο!!
Το ζωντανό κοινό χειροκροτά, γκρο πλαν σε μένα που χαμογελώ, η κάμερα
γυρίζει στον Οικονομίδη που μου λέει
- Στέφανε...τελικά...πόσο μαλάκας είσαι?
- Η απληστία είναι η μεγαλύτερη καριόλα, με επαναφέρει στο τώρα ο τρελός
τρακαδόρος ενώ ο Σίμος με ξαλαφρώνει από τις μάρκες μου. Κατευθύνομαι
προς την έξοδο. Η σερβιτόρα με περιμένει εκεί.
- Είμαι έτοιμη, μου κάνει ,για τρελό ξεφάντωμα στο Resort.
- Βολεύεσαι με καλαμάκι σουβλάκι στον Ισθμό? της λέω.
- Καλό βράδυ κούκλε.
- Στάσου, δεν μου είπες πως σε λένε?
- Σταματίνα, αλλά με φωνάζουν Σταμάτα.
- Και τώρα μου το λες?
- Δε σε καταλαβαίνω.
- Άστο, χέστο. Καλό βράδυ.
Βγαίνω στο δρόμο. Μετρώ τα ψιλά πάνω μου και τα βρίσκω πενήντα. Στα λεφτά
μου είμαι, λέω και κάνω νεύμα σε ένα ταξί.
- Που πας? με ρωτά ένας αδύνατος γκριζομάλλης.
- Μπορείς να με αφήσεις στο προαστιακό?
- Έμπα. Κάτσε μπροστά όμως
- Οκ
- Αγαπούλα θα μου αλλάζεις τις ταχύτητες? με ρωτά
- Συγνώμη? Τι εννοείς?
Μου δείχνει το δεξί του χέρι.
- Νεκρό, μου κάνει. Έχει παραλύσει η δεξιά μου πλευρά από τη μέση και
  πάνω! Εγκεφαλικό!!
- Ήμαρτον άνθρωπε μου. Και οδηγάς?
- Τι να κάνω? Έχω μια οικογένεια να θρέψω, απολογείται
- Τι να πω?
- Μην πεις τίποτα. Βάλε πρώτη και φύγαμε!
Το αυτοκίνητο ξεκινά, αυτός το χαβά του
- Καζίνο υποθέτω ήσουν, βάλε δευτέρα, κέρδισες ή έχασες?
- Εσύ τι λες?
- Κέρδισες!
- Κόβει το μάτι σου..
- Άντε βάλε και τη τρίτη για να μη νοιώθει μόνη της!
Με αφήνει στο προαστιακό και γω αναρωτιέμαι όταν δεν έχει πελάτη πως
βάζει τις ταχύτητες? Μάλλον με το τρίτο πόδι μονολογώ και ψάχνω
τρόπο να σκουπίσω τα χέρια μου. Λίγο πριν τις 18:00 ξεκινά το τρένο για
Αθήνα και γω αράζω στο κάθισμα. Κάποια στιγμή ξαφνικά σταματά και από
το μεγάφωνο μας ενημερώνει ο οδηγός ότι προπορευόμενο όχημα έχει
προκαλέσει ατύχημα και βρίσκεται αναποδογυρισμένο στις γραμμές του
τρένου. Θα υπάρξει μικρή καθυστέρηση. Βγαίνω και κάνω τσιγάρο. Μπροστά στα
μάτια μου ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ περισυλλέγουν κάτι πτώματα. Παρατηρώντας καλά
βλέπω ότι είναι η παρέα των φοιτητών από το καζίνο. Τελικά σκέφτομαι,
ξεφυσώντας το καπνό μου, η τύχη μου δεν είχε καμία σχέση με τη δική τους...



*Κοκοβιός = Ο χαζός, ο αγαθιάρης. Ο φλώρος, ο φλούφλης
*Lifting = Ανύψωση. Εδώ έχει την έννοια της αισθητικής χειρουργικής,
διαδικασίας που χρησιμοποιείται για να δώσει μια πιο νεανική εμφάνιση
στο πρόσωπο.
*Λιμοκοντόρος = O κόντες του λιμού, o αριστοκράτης της πείνας δηλαδή.
Παρωχημένος και μειωτικός χαρακτηρισμός νεαρού, που ντύνεται
και συμπεριφέρεται επιτηδευμένα και επιδεικτικά και παριστάνει τον γόη
*Γιώργος Οικονομίδης = Έλληνας κονφερασιέ, τραγουδιστής,
σεναριογράφος και εκφωνητής ραδιοφώνου. Μέσα από την εκπομπή του
"Νέα Ταλέντα" έδινε την ευκαιρία σε νέους να αναδειχθούν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου