Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Τριάντα

Σήμερα έχω βραδινή βάρδια. 23:00-07:00. Φοράω τη στολή μου. Μαύρο παντελόνι με γκρι ρίγα δίπλα στη τσάκιση και ρεβέρ, πουκάμισο με μαύρα γαλόνια, μπουφάν μαύρο φλάιτ, παπούτσια σκαρπίνια. Σαν παλιάτσος είμαι.Η εταιρία βρίσκεται στη Λυκόβρυση. Κοντά στο κέντρο. Όχι απομονωμένη. Το κτίριο έχει 10 ορόφους. Στη βάρδια σου δουλεύεις με άλλον ένα. Κάποιος κάθεται στη ταράτσα και κάποιος στο ισόγειο, στην αίθουσα ελέγχου. Αν είσαι ταράτσα μπορείς να καπνίσεις, να φας και να πιεις χωρίς να δώσεις δεκάρα σε κανέναν. Τα αρνητικά είναι ότι είσαι έξω και αναγκαστικά τρως κρύα, βροχές, υγρασία και καύσωνες. Αν είσαι στο ισόγειο δε καπνίζεις και πρέπει να είσαι προβλεπόμενος σε πιθανή έφοδο κανενός από την εταιρεία.Επίσης έχεις κλιματισμό, τηλεόραση, μουσική και μπορείς να διαβάσεις. Κάμερες χτενίζουν όλο το 24ωρο τα πάντα. Κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι για την παρουσία σου εκεί. Με το "Άνθρωποι και ποντίκια" του John Steinbeck στο χέρι και με ένα φλασκί - ουίσκι στη τσέπη φθάνω στη πύλη. Τη σημερινή βάρδια θα την μοιραστώ με τον Τζερόνυμο. Πρόκειται για ιδιόμορφη περίπτωση μου είπαν για αυτόν, άλλοι συνάδελφοι. Όταν μπαίνω στην αίθουσα ελέγχου βρίσκω έναν 65άρη με πυκνά άσπρα κατσαρά μαλλιά καθισμένο μπροστά στη κονσόλα με μια κούπα στο χέρι. Καφές δεν είναι.
- Τι πίνει άραγε? 
Μια μυρωδιά έντονης ποδαρίλας με κάνει να παρατηρήσω ότι έχει βγάλει τα παπούτσια του και έχει μείνει με τις κάλτσες. Στρώθηκε για τα καλά εδώ. Με βλέπω ταράτσα σκέφτομαι και αφού τον κοιτάω στα μάτια κάνω μεταβολή.
- Ψηλέ για που το βαλες? μου φωνάζει
- Για ταράτσα, του κάνω. Εκτός και αν πας εσύ? ρίχνω άδεια πας και πιάσω γεμάτα.
- Στη βάρδια με το Τζερόνυμο δεν πάει κανείς ταράτσα, λέει και μου κάνει
νόημα να κάτσω απέναντι. Με μια δρασκελιά κλείνει τις κάμερες που
διαβάζουν την αίθουσα στην οποία βρισκόμαστε. Βλέπει το βιβλίο στα χέρια
μου
- Τι διαβάζεις ψηλέ?
- Το "Άνθρωποι και ποντίκια", του κάνω
- Ο Λένι ακόμα κλαίγεται στον Τζορτζ? με ρωτά.
Γελάω. Παίρνει το βιβλίο στα χέρια του και συνεχίζει.
- Αυτή η αδερφάρα ο Steinbeck άκου να δεις τι έκανε. Έναν παντοδύναμο
  τον έκανε πνευματικά ανάπηρο. Που ακούστηκε? Ένας γίγαντας να κλαίγεται
  σε έναν νάνο. Ξέρεις τι ήθελε να μας πει? με ρωτά ρητορικά κλείνοντας
  το βιβλίο. Κύριοι έχω μικρή τσουτσούνα!!! Αυτό ήθελε. Τα υπόλοιπα είναι
  χάσιμο χρόνου.
Πέρα από το προφανές το βιβλίο μιλά για την αφοσίωση, την μοναξιά, τα
ανθρώπινα όνειρα, την ελπίδα και την απώλεια. Βέβαια στον Τζερόνυμο δεν
λέω τίποτα από όλα αυτά.
- Ενδιαφέρουσα άποψη. Δε το χα σκεφθεί, του κάνω
- Ψηλέ είκοσι χρόνια στα καράβια ρούφηξα ολόκληρες βιβλιοθήκες. Μη με
  κοιτάς εδώ που κάνω εδώ το καραγκιόζη. Σε αυτή τη θέση βρίσκομαι για τα
  τελευταία ένσημα. Σε δυο μήνες βγαίνω στη σύνταξη. Η ουρά μου μεινε. Τι
  έλεγα? Α για τα βιβλία. Χάσιμο χρόνου. Η κάθε κυλότα βγάζει τα απωθημένα
  της. Η ζωή είναι κει έξω, μου κάνει δείχνωντας το παράθυρο. Όχι μέσα στα
  βιβλία.
- Στη περίπτωση τη δική μου κάνουν καλό, του λέω
- Κατάλαβα.
- Τι κατάλαβες?
- Τη βρέχεις καθόλου?
- Πως...
- Ψηλέ οι νέοι σήμερα δε γαμάνε. Αχ και να χα τη στύση σου. Μαόνι. Η δική
  μου πλέον έχει γίνει σαν μπαγιάτικο καλαματιανό αγγούρι. Πίστεψε με
  είναι το μοναδικό πράγμα πλέον που με ενοχλεί.
- Όλα για το πούτσο δηλαδή? του κάνω
- Κοιτά άλλαξα δέκα δουλειές, έκανα οικογένεια και παιδιά, χώρισα,
  ξαναπαντρεύτηκα, ξαναχώρησα, έθαψα τους δικούς μου, έφυγα στα καράβια,
  γύρισα το κόσμο όλο, ξενύχτια, αλκοόλ, ναρκωτικά, γυναίκες. Μια ζωή πουτάνα.
  Όταν φτάσεις στην ηλικία μου θα καταλάβεις. Τι άλλο έχεις φέρει για
  μένα?
- Τι εννοείς?
- Ψηλέ στη πουτάνα πουτανιές δε περνάνε? Τα μάτια σου είναι κόκκινα. Τα
  έχεις τσούξει πριν. Και ένας πότης δε βγαίνει στη μάχη ποτέ χωρίς τα
  όπλα του. Που το χεις?
Βγάζω το φλασκί και το μυρίζει.
- Malt ουίσκι...Πιθανόν dimple...15 χρονών...40% αλκοόλ. Ψηλέ
  προβιβάζεσαι, μου κάνει και γεμίζει τη κούπα του. Πως το πίνεις?
- Σκέτο, απαντώ ρουφώντας από το φλασκί
- Ψηλέ εγώ το πίνω μισό μισό.
- Νερό? του κάνω ανυποψίαστος
- Όχι οινόπνευμα, μου κάνει και βγάζει από το συρτάρι του ένα καθαρό
  φαρμακευτικής χρήσης. Το ρίχνει στη κούπα του. 100% αλκοόλ πλέον, μου
  λέει.
Πριν τις 00:00 το έχουμε πιει όλο. Παραγγέλνουμε από μια διπλανή
πιτσαρία ένα μπουκάλι ακόμα. Το ρουφάμε και παράλληλα καπνίζουμε. Η
ατμόσφαιρα μυρίζει καπνό και οινόπνευμα μαζί. Η δουλειά πλέον δε μας
απασχολεί. Έχουμε σοβαρότερα προβλήματα να λύσουμε.
- Πως ήρθαμε στο κόσμο τούτο?
- Ψηλέ με ρωτάς αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό τη κότα?
- Περίπου..
- Πιάστο το αυγό και κούρευτο..
- Και ο θάνατος είναι ένα θέμα?
- Ο θάνατος ψηλέ είναι εγωιστικό συναίσθημα. Πονάς για την απώλεια σου.
  Γιατί σου την έκανε. Αυτός που πεθαίνει μπορεί και να πηγαίνει κάπου
  καλύτερα.
- Απέναντι δηλαδή είναι καλύτερα? απορώ
- Όταν πάω θα σου στείλω κάρτα.
Είμαστε αρκετά σουρωμένοι και δε παίρνουμε χαμπάρι τις κάμερες. Σκάει
αιφνιδιάστικος έλεγχος και μας πιάνει στα πράσα.
- Έιμαι αναγκασμένος να το αναφέρω στη διοίκηση, μας λέει ένας
  ξεραγκιανός τζιτζιφιόγκος*.
- Άκου τσουτσέκι*, κάνει μεθυσμένα ο Τζερόνυμο. Να πεις σε αυτούς στη
  διοίκηση να πάρουν φόρα και να ρθουν να μου κλάσουν τα αρχίδια.
Παρεμβαίνω για να εκτονωθεί η κατάσταση, στέλνω τον Τζερόνυμο στη
τουαλέτα και γλύφω το σουρουκλεμέ*. Του εξηγώ ότι πενθούμε και ότι κακώς
ήπιαμε. Δείχνει να καταλαβαίνει. Του υπόσχομαι να ανέβω στη ταράτσα το
συντομότερο. Τον καλμάρω και τον διώχνω.
- Είναι η τρίτη εβδομάδα που κατουράω αίμα, μου κάνει ο Τζερόνυμο
  γυρίζοντας. Πάει ξόφλησα. Αργοσβήνει το καντήλι μου.
- Δε θα πει τίποτα, του λέω συνομωτικά, για το συμβάν
- Σκοτίστηκα ψηλέ τι θα κάνει. Μου δανείζεις τη στύση σου για μια μέρα? 
  Αχ και να ξυπνούσα ένα πρωί με το πούτσο όρθιο. Να μου λεγε καλημέρα.
  Μετά να βρισκα μια καλλονή και αφού την έγλειφα από πάνω εώς κάτω να
  βαζα το ατσάλι μου μέσα της. Βάλε μου να πιω!!
- Δυστυχώς ξεμείναμε. Και η ώρα είναι περασμένες δύο. Τα μαγαζιά
  έκλεισαν. Τι κάνουμε?
- Ψάξε στις τουαλέτες. Στο φαρμακείο. Δε μπορεί?
Μετά από εξαντλητικό ψάξιμο βρίσκουμε δύο κολώνιες. Μια λεβάντα με
άρωμα λεμόνι και μια με άρωμα σαπουνιού.
- Φέρτες, μου κάνει.
Τις διαλύει σε ένα στιγμιαίο καφέ που βρίσκουμε ξεχασμένο για
εβδομάδες σε έναν όροφο. Το φίλτρο έχει πιάσει μούχλα.
- Σε πειράζει να μη σε ακολουθήσω σε αυτό? του κάνω
- Ψηλέ τα καλύτερα ταξίδια τα έκανα μόνος μου.
Πίνει λίγο από το διάλυμα και είμαι κοντά στο τηλέφωνο για να καλέσω
το κέντρο δηλητηριάσεων. Προς μεγάλη έκπληξη ο Τζερόνυμο με διαψεύδει.
- Τι λέγαμε?
- Για το πούτσο, του κάνω
- Τι τα θες. Έρωτας, γνώση και εργασία. Αυτά πρέπει να σε καθοδηγούν. Δε
  θυμάμαι ποια μισοριξιά* το είπε
- Ράιχ, Βίλχελμ Ράιχ, λύνω την απορία του
- Α γεια σου. Να γαμάς, να κάνεις αυτό που αγαπάς και να έχεις πάντα
  το νου σου, μου λέει
- Αυτό ποιος το είπε?
- Τζερόνυμο. Δική μου πατέντα*.
Γελάμε. Κατεβάζει το υπόλοιπο μονορούφι. Κοκκινίζει. Δείχνει να ζορίζεται.
Πνίγεται. Είναι παληκάρι όμως και με διαψεύδει για δεύτερη φορά.
-Τι μαλακίες ακούμε, μου κάνει
και συνειδητοποιώ ότι τόση ώρα ένας σταθμός μας έχει ζαλίσει τα
αρχίδια με το Michael Bolton. Το αλλάζω και μετά από μια παύση ξεκινά
η εισαγωγή από το "An ending" του Brian Eno. Ο Τζερόνυμο πετάγεται λες
και τον χτύπησε ρεύμα. Ανοίγει την ένταση και συνδέει τον ενισχυτή με
τα μεγάφωνα. Σε λίγο όλο το κτίριο τραγουδά Eno.
- Θέλω να αναπνεύσω οξυγόνο, κάνει ο Τζερόνυμο και ανεβαίνει στη ταράτσα.
Τρέχω ξωπίσω του. Εκεί το θέαμα είναι μοναδικό. Όλη η πόλη είναι στο
πιάτο μας. Στο βάθος του ορίζοντα όλα τα σπίτια και οι πολυκατοικίες
παντρεύονται με το σκοτάδι του ουρανού με μοναδικό φως το σεληνιακό
τοπίο. Η μουσική μας, λειτουργεί σαν ξυπνητήρι. Οι πρώτες διαμαρτυρίες
ακούγονται από κάτω και οι μπάτσοι δεν θα αργήσουν να έλθουν. Ο καπνός
μου περισσεύει για ένα μόνο τσιγάρο. Το στρίβω και το μοιράζομαι μαζί
του
- Από που βγαίνει το Τζερόνυμο? ρωτάω
- Ο Τζερόνυμο ήταν ο τελευταίος αρχηγός των Ινδιάνων Απάτσι. Ο
  τελευταίος ανυπότακτος και ασυμβίβαστος αρχηγός μιας φυλής που την
  εξαφάνισαν από το χάρτη.
- Καταλαβαίνω
Χαζεύω το τσακισμένο του πρόσωπο. Κοιτάζει κάπου χαμένος. Tαξιδεύει. 
Αναπολεί θάλασσες και ωκεανούς. Όλη η ζωή του, περνά μέσα από τα μάτια
μου
- Ψηλέ, η ζωή είναι μεγάλη καριόλα. Και θέλει γαμήσι. Αφού λοιπόν δε μπορώ
  να τη πηδήξω, την κατουράω, μου κάνει
και τραβώντας το φερμουάρ τη βγάζει έξω και αρχίζει να καταβρέχει το κόσμο
που χει μαζευτεί από κάτω.Εκείνη τη στιγμή παρατηρώντας τον Τζερόνυμο
ελεύθερο να κατουρά περήφανα ένα μείγμα ούρων και αίματος ακούω τις πρώτες
σειρήνες των περιπολικών και αναρωτιέμαι ότι και για τους δύο είναι η τελευταία
μας μέρα εδώ. Βγάζω τα ρούχα της δουλειάς και μένω με το σώβρακο και τη
φανέλα. Τώρα είμαι και γω ελεύθερος...



*Τζιτζιφιόγκος = Ίδια έννοια με τον λιμοκοντόρο. Βλέπε κεφ. Eικοσιέξι
*Τσουτσέκι = Από την τουρκική λέξη çiçek που σημαίνει λουλούδι.
Περιφρονητική προσφώνηση συνήθως για νεαρής ηλικίας άτομο
*Σουρουκλεμές = Από την τουρκική λέξη sürüklemek. Αλάνης, σουρτούκης.
Στην προκειμένη περίπτωση έχει απαξιωτικό χαρακτήρα. Το χαϊβάνι
*Μισοριξιά = Ιδιαίτερα περιφρονητικός χαρακτηρισμός ανθρώπων χαμηλού
αναστήματος, συνέπεια ημιτελούς εκσπερμάτισης.
*Πατέντα = Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου