Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Εννέα

Βρίσκομαι έξω απο το κτίριο της CAPACITY FALSE στο Μαρούσι και περιμένω να έρθει να με πάρει η Ελπίδα για να πάμε για φαγητό στο Reasons στην Κηφισιά. Έχω φορέσει ένα μπεζ παντελόνι με τα αγαπημένα μου καφέ παπούτσια από απαλό σουέντ, ένα καρό μπλέ πουκάμισο με ένα μαντηλάκι από μέσα και ένα σακάκι μπλέιζερ από λινό βαρύ. Κρατάω δήθεν έναν χαρτοφύλακα, προφανώς έχω σχολάσει, απο την δουλειά μου - της έχω πει ότι δουλεύω στο οικονομικό τμήμα της εταιρείας - και σιγοτραγουδώ ...δεν θέλω μόνιμη αγκαλιά... δεν θέλω μόνιμα φιλιά - περιέργως - γιατί δεν ακούω τέτοια μουσική. Η Ελπίδα όταν φθάνει, μου κάνει σινιάλο με τα φώτα του αυτοκινήτου της, ένα Golf, και γω χαιρετώ τον σεκιουριτά o οποίος δείχνει να απορεί και μπαίνω στο αμάξι. Σε λίγα λεπτά είμαστε στον προορισμό μας.
- Πολύ ωραίο εστιατόριο, πολύ εκλεπτυσμένο μου λέει η Ελπίδα. Έχεις ξανάρθει?
- Σχεδόν κάθε εβδομάδα. Εδώ κάνουμε τα meetings.
- Καλησπέρα σας, έχετε αποφασίσει? μας διακόπτει ο σερβιτόρος
- Βεβαίως. Για την κυρία πρώτο πιάτο βίδες με μπροκολάκια και
  πεπεροτσίνο, για μένα ταρτάρ καπνιστού σολωμού με μους άνιθου,
  κυρίως πιάτο για την κυρία ριζότο με χτένια και δαντέλες πράσου, για
  μένα φιλέτο μοσχαριού σε φύλλα δάφνης με πουρέ απο παντζάρι και επι..
- Πως το θέλετε το φιλέτο ψημένο κύριε?
- Eε μέτριο, πάντα μέτριο. Και επιδόρπιο δαμάσκηνα με σάλτσα vinsanto
  και φλούδες άσπρης σοκολάτας.
- Θα πιείτε κάτι?
- Nαι, θα μας φέρεις ένα Chateau Lafleur του '83.
- Πολύ καλή επιλογή κύριε.
Η Ελπίδα δείχνει ξετρελλαμένη.
- Με έχεις εντυπωσιάσει, μου κάνει
Έτσι είναι πάντα στην αρχή, σκέφτομαι. Μετά δεν θα θέλεις να με ξέρεις.
Το service είναι γρήγορο, τα φαγητά εξαιρετικά, πιάτα έργα τέχνης,
γεύσεις βελούδινες, αρώματα μεθυστικά αλλά και τιμές για βαθιές τσέπες.
Η ώρα περνά ευχάριστα, μιλάμε για ταξίδια που έχουμε κάνει, για βιβλία
που έχουμε διαβάσει και για ταινίες που έχουμε δει.
- Με συγχωρείς, λέω στην Ελπίδα καθώς σηκώνομαι, θα πάω μία στην τουαλέτα
  και θα περάσω και απο το γραφείο του ιδιοκτήτη να πω μια καλησπέρα.
Η τουαλέτα είναι τόσο καθαρή που μπορείς να κοιμηθείς. Λένε ότι ένα
εστιατόριο πρέπει να το κρίνεις πρώτα απο την τουαλέτα του. Τέλεια!!
- Με συγχωρείτε μπορώ να δω τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου? ρωτάω έναν
  φιόγκο στην είσοδο.
- Tον κύριο Μελισσανίδη? Bεβαίως. Θα σας καθοδηγήσω, ακολουθήστε με.
Ξεροβήχω και μπασάρω την φωνή μου πριν μιλήσω.
- Κύριε Μελισσανίδη, λέγομαι Στέφανος Λυγίζος, εξαιρετικό το μαγαζί
  σας, τα συγχαρητήρια μου.
- Κύριε Λυγίζο, περάσατε καλά με την συνοδό σας?
- Μοναδικά!!
- Tα συγχαρητήρια, οφείλω να πω, απευθύνονται σέ όλο το προσωπικό του μαγαζιού.
- Δεν έχω φάει καλύτερα, σπουδαίο μαγαζί μπράβο
γυρίζω και κατευθύνομαι προς την πόρτα. Σταματώ, κάνω να βγω αλλά γυρίζω πάλι.
- Ξέρετε..εε.. κύριε Μελισσανίδη...ήθελα να κάνω και ένα σχόλιο εεε..
- Πείτε μου κύριε Λυγίζο, παρακαλώ?
- Θα σας μιλήσω ειλικρινά.
Τον παίρνω απο τον αγκώνα και τον πηγαίνω στο εσωτερικό παράθυρο του
γραφείου όπου κοιτάζουμε προς την σάλα.
- Δεν είναι υπέροχη? Τι λέτε?
- Έχετε γούστο κύριε Λυγίζο. Είναι αξιοθαύμαστη!
Κοφτά και απότομα.
- Δεν υπάρχει μία, κύριε Μελισσανίδη, δεν έχω να σας εξοφλήσω το τραπέζι.
  Δεν έχω φράγκο
Ο άνθρωπος που έχω απέναντι μου αστραπιαία χλωμιάζει, σαν να έπεσε η
πιέση του. Και πολύ σοβαρά μου λέει
- Θα αστειεύεστε ελπίζω.
- Όχι κύριε Μελισσανίδη, όχι, λυπάμαι. Είμαι έτοιμος να δεχτώ τις
  συνέπειες. Θέλετε να φωνάξετε την αστυνομία, να βοηθήσω στις δουλειές
  του μαγαζιού, ότι θέλετε, μόνο λεφτά δεν έχω.
- Τι να σου πω ρε!!, μου φόρεσες το καλό το κοστουμάκι και μου ήρθες να
  φας τσάμπα για να εντυπωσιάσεις, δεν ντρέπεσαι ρε?
Δαγκώνω το κάτω χείλος μου, δεν μιλώ, είμαι κάπου αλλού. Ο τύπος
αρχίζει να με στολίζει με κάμποσα κοσμητικά επίθετα και όταν κάποια
στιγμή σταματά, μου ζητά να τσακιστώ να φύγω και να μη ξαναπατήσω στο
μαγαζί. Λες και το χα σκοπό άλλωστε. Βγαίνω, κλείνοντας την πόρτα, και
προχωρώ προς τα έξω. Ακούω το "Born to be wild" των Stepenewolf - περίεργο
για τέτοιο μαγαζί - και η διάθεση μου ανεβαίνει. Φαντάζομαι ότι είμαι
ο τρίτος μιας παρέας Χαρλεάδων, οδηγώ μια χειροποίητη Davidson και διασχίζω την
αμερικανική ήπειρο.
Πλησιάζω την Ελπίδα, την φιλώ στον ώμο και της λέω
- Δεν άργησα? Πάμε?
- Δεν πρέπει να πληρώσουμε?
- To έχω ήδη κανονίσει, μην ανησυχείς.
Eκείνη σηκώνεται και γω της βάζω την ζακέτα. Ακούω απο τα διπλανά
τραπέζια σιγά ψιθυριστά
- Τι τζέντλεμεν!!
Απο κάπου αλλού
- Τι κύριος!!
Το κομμάτι έχει αλλάξει. Ξεκινά η εισαγωγή απο το "Wishful thinking"
του Dunkan Sheik. Αισθάνομαι περίφημα.
- Πάμε για ποτό?  λέω στην Ελπίδα και αυτή συμφωνεί.
Πλησιάζοντας πρός την έξοδο στρίβω τσιγάρο ενώ η Ελπίδα γέρνει στην
αγκαλιά μου. Ευθυτενής, αξιοπρεπής σαν δανδής* κοιτάζω το καθρέφτη
απέναντι μου και κλείνω το μάτι στο είδωλο μου...




*Δανδής= Από την αγγλική λέξη dandy. Ο κομψευόμενος νεαρός, με
προσποιητά αριστοκρατική συμπεριφορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου