Παρασκευή, 12 Απριλίου 2013

Τριανταεννέα

Μεσημέρι στο σπίτι. Ησυχία. Αυτοκίνητα ανεβαίνουν στο ρελαντί την Φιλολάου κουβαλώντας το καθένα και μια διαφορετική ιστορία για να χαθούν στο πουθενά. Μικρά μαγαζιά κλείνουν για την μεσημβρινή σιέστα*. Άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν κυνηγώντας το τίποτα. Πιάτα στριμώχνονται σε στρωμένα τραπεζομάντιλα και κάθε λογής φαγητά σερβίρονται στην ώρα τους. Μια πανδαισία γεύσεων. Ένα μπουκέτο οσμών φιλτράρεται στην μύτη μου. Με ακολουθεί παντού. Ζαλίζομαι. Κλείνω το παράθυρο. Πέφτω στο κρεβάτι. Ανοίγω το βιβλίο του Joseph Conrad "Η καρδιά του σκότους" και σαν άλλος Μάρλοου ταξιδεύω με ατμόπλοιο πέρα από το φως, στο απόλυτο σκοτάδι της αβύσσου.
- Ευτυχία που να σαι?
- Τι θα κάνω σήμερα?
- Μη ξεχάσω να φάω..
- Κάποια στιγμή πρέπει να περάσω από το σπίτι και να την δω...
Ξάφνου η πόρτα χτυπά. Δεν σηκώνομαι. Δεν είναι για καλό. Όποιος είναι θα φύγει. Επιμένει. Το ίδιο και γω. Όποιος και να σαι πάρε τους μπελάδες και τις σκοτούρες μαζί σου. Δεν σε ακούω. Δεν υπάρχεις. Είσαι μέσα στο μυαλό μου. Δεν είναι όμως. Γιατί τώρα ακούω και φωνές. Εκτός και αν είμαι τρελός.
- Λες?
Οι φωνές δεν είναι πολλές παρά μόνο μία. Και επαναλαμβάνει συνεχώς το όνομα μου.
- Ποιος διάολος είναι και τι θέλει?
Σηκώνομαι και πλησιάζω την πόρτα. Η φωνή είναι γυναικεία. Γλυκιά. Οικεία.
Κοιτιέμαι στο καθρέφτη. Η απατηλή λάμψη της ματαιοδοξίας. Φοράω μια βερμούδα
και ένα φανέλι, ρίχνω μια τελευταία ματιά στο κουφάρι μου και ανοίγω.
Είναι φορές που οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν το πως αισθανόμαστε
όταν βιώνουμε κάτι πρωτόγνωρο. Τότε λοιπόν καταφεύγουμε στις μεταφορές
και στην υπερβολή. Φράσεις όπως μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι, έχασα τη γη
κάτω από τα πόδια μου, τα είδα όλα, έπαθα την πλάκα μου, μου ρθε ταμπλάς,
έμεινα στήλη άλατος, έχασα τα αβγά και τα πασχάλια, αυτώνω τα αυτά*,
αποδεικνύουν γλαφυρά αυτό που νοιώθουμε. Αυτό που ένοιωσα όταν την είδα.
Μπροστά στην πόρτα μου. Η Ευτυχία. Η δική μου Ευτυχία.
- Επιτέλους, ήμουν έτοιμη να φύγω, μου κάνει κοιτώντας με στα μάτια.
Το σκηνικό του κόσμου έχει γυρίσει ανάποδα. Ότι ακουμπάει στη γη τώρα
κρέμεται από πάνω μας. Σπίτια, πλατείες, πάρκα, δρόμοι, δέντρα δεσπόζουν
κατακόρυφα. Ο ουρανός που μας αγκάλιαζε μέχρι χθες, κυλιέται χάμω μας.
Και εμείς οι δυο πάνω σε ένα σύννεφο αιωρούμαστε στο άπειρο.
- Στέφανε είσαι καλά?
Δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη. Ένας κόμπος στο λαιμό. Τα έχω χαμένα. Δεν το ζω
εγώ αυτό τώρα. Κλείνω τα μάτια. Τα ξανανοίγω. Είναι εκεί. Μου χαμογελά.
Αισθάνομαι μια μικρή δυσφορία. Ταχυπαλμία. Οι σφυγμοί μου χτυπούν κόκκινο.
Κάνω μεγάλη προσπάθεια για να βάλω τις λέξεις σε μια σειρά και όταν το
καταφέρνω αυτό, κάνω ακόμα μεγαλύτερη προσπάθεια μέσω εγκεφάλου να τις
στείλω στο στόμα μου.
- Θα σαι πείραζε αν σε άφηνα για λίγο μόνη?
- Πάλι?
- Για λίγο. Να πάω να βάλω το κεφάλι μου κάτω από την βρύση
- Δε θα μου πεις να περάσω?
Τόση ώρα τα λέμε στη πόρτα. Αυτή μπροστά και γω πίσω. Αυτή στα φανερά και
γω στα κλεφτά. Αυτή στην αλήθεια και γω στο ψέμα. Αυτή στο φως και γω στο
σκοτάδι. Αυτή με θάρρος και γω στην ντροπή μου.
- Ναι βέβαια. Πέρασε. Κάθησε αν θέλεις. Επιστρέφω σε μισό, κάνω και τρέχω
  να κρυφτώ.
Στην τουαλέτα βρέχω το πρόσωπο μου. Τώρα είμαι καλύτερα. Προσπαθώ να
συνειδητοποιήσω τι είδα πριν. Συγυρίζω λίγο, απολυμαίνω τη λεκάνη και
ρίχνω αποσμητικό. Πριν βγω βλέπω τον εαυτό μου. Αξύριστος, άϋπνος με
κόκκινα μάτια, νηστικός και λίγο μεθυσμένος. Έτοιμος για ραντεβού,
πανάθεμα με. Παίρνω ανάσα και μπαίνω στο σαλόνι. Εκεί δεν βλέπω κανέναν.
Ώστε ήταν παραίσθηση* όλο αυτό...
- Είσαι καλύτερα τώρα? με αιφνιδιάζει ευχάριστα μπαίνοντας από το
  μπαλκόνι.
- Πως...
- Έμαθα ότι με ψάχνεις! Είναι αλήθεια?
- Πως το έμαθες?
- Πέρασα από το μπαρ στην Αρδηττού και ο πορτιέρης στην είσοδο μου είπε
  ότι με ψάχνεις.
Για δες τον Σταύρο. Τελικά δεν είναι και τόσο κωλόπαιδο, σκέφτομαι.
- Αυτός μου είπε που μένεις. Μου τόνισε επίσης να επιμείνω στο χτύπημα
  της πόρτας σου, γιατί κοιμάσαι βαριά.
Κοιμάμαι βαριά ενώ ξέρει ότι έχω να κοιμήθω μέρες? Τελικά η πρώτη
εκτίμηση που κάνεις για κάποιον μετράει. Είναι πολύ κωλόπαιδο. Τελεία και
παύλα.
- Δεν μου απάντησες?
- Τι πράγμα?
- Είναι αλήθεια ότι με ψάχνεις..?
- Αλήθεια είναι
- Χαίρομαι
- Γιατί?
- Γιατί σε ψάχνω και γω. Μέρες τώρα
Σκύβει το κεφάλι. Κοκκινίζει. Αμηχανία. Αυτή η ρημάδα η αδυναμία που μας
αγγίζει, όταν θέλουμε σε κάποιον που πρωτογνωρίζουμε να πούμε αλήθειες.
Ήδη όμως την κίνηση της την έκανε. Τώρα είναι η σειρά μου. Και δεν θέλω
να βιαστώ. Θέλω να κρατήσει. Γιατί στον έρωτα δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή
από το παιχνίδι που γίνεται στην αρχή. Όσο μεγαλύτερη διάρκεια τόσο
μεγαλύτερη μαγεία. Τα φώτα μένουν ανοιχτά. Ο χρόνος εξελίσσεται και
δουλεύει και για τους δύο.
- Θες να πιεις κάτι?
- Τι έχεις?
- Ότι θες
- Αυτοσχεδίασε
Στο δρόμο για το ψυγείο κάνω την αυτοκριτική μου. Ότι θες...
- Πως σου ρθε αυτό ρε μαλάκα?
Το ψυγείο είναι άδειο και θα γίνεις ρόμπα. Ελπίζω ο Κοσμάς να μην λείπει.
Όταν το ανοίγω βέβαια προς μεγάλη μου έκπληξη διαψεύδομαι ευχάριστα. Έχω
τα πάντα. Μέχρι και σόδες.
- Τι θέλουμε?
Κάτι με το λιγότερο αλκοόλ. Ο κύβος ερρίφθη**. Δύο μπύρες και ένα ψηλό
ποτήρι. Καθώς επιστρέφω την παρατηρώ χωρίς να με βλέπει. Φοράει ένα κολάν
που στα πέλματα το κρύβει ένα ζευγάρι hi allstarakia χρώματος ροζ. Μια στενή
μπλούζα καλύπτεται από ένα αμάνικο μπουφάν. Τέλος ένα καπέλο με τα
αρχικά της Νέας Υόρκης σκεπάζει τα μαύρα μαλλιά της.
- Μας έφερα μπύρα
- Super!
Της δίνω το μπουκάλι με ένα ποτήρι. Παίρνει μόνο το μπουκάλι και πίνει
από αυτό.
- Έχεις λίγα έπιπλα, μου επισημαίνει
- Βοηθάει αυτό αν χρειαστεί να μετακομίσεις εκτάκτως.
- Ή αν θες να το σκάσεις..
Γελάω με νόημα. Πάει στο στερεοφωνικό. Επεξεργάζεται την μουσική μου.
- Μπορώ να βάλω κάτι να ακούσουμε? μου κάνει
Γνέφω καταφατικά. Βγάζει ένα cd χωρίς να βλέπω και το σπρώχνει στο
player. Ανεβάζει λίγο την ένταση και βγάζει το μπουφάν και το καπέλο
της. Σε λίγα δεύτερα αρχίζει να λικνίζεται αθόρυβα στους ρυθμούς του
"Think you can wait" των National.
- Καλή επιλογή, της κάνω
- Εσύ μπορείς να περιμένεις? απορεί
- Μπορώ!
- Νομίζεις...
Γελάμε και οι δύο. Συννενοούμαστε με κωδικούς. Λες και γνωρίζομαστε από
παλιά. Λες και ξανασυναντηθήκαμε. Από προηγούμενες ζωές. Από άλλες εποχές.
Δύο κομμάτια ενός εαυτού που χωρίστηκαν για να ξανασμίξουν και αυτό να
επαναλαμβάνεται συνεχώς στο διηνεκές.
- Και τώρα οι δυο μας Στέφανε. Θέλω να μάθω τα πάντα για σένα
- Τι θες να μάθεις?
- Ότι δεν μπορώ να μαντέψω
- Ενδιαφέρον! Και τι έχεις μαντέψει?
- Είσαι πρίγκηπας και έχεις απαρνηθεί τα πάντα για να γνωρίσεις τις
  μικρές χάρες αυτής της ζωής.Οι γονείς σου δεν ζουν και το βασίλειο σου
  το εξουσιάζει ένας τύραννος τον οποίο σκοπεύεις να εκδικηθείς όταν με
  το καλό επιστρέψεις πάνω στο άσπρο άλογο σου. Μάντεψα σωστά?
- Διάνα, με ένα λάθος όμως. Το άλογο μου είναι μαύρο.
- Σίγουρα?
- Επιμένω. Παρακάτω?
- Δεν έχει παρακάτω
- Τι χωρίς ωραία κοιμωμένη?
- Αυτή κοιμάται
- Χιονάτη?
- Έχει τους νάνους
- Πεντάμορφη?
- Το τέρας
- Έστω την Σταχτοπούτα ρε αδελφέ?
- Αυτή περιμένει να πάει δώδεκα.
- Κατάλαβα. Σολίστας ο πρίγκηπας.
Γελάει. Με κοιτά στα μάτια. Ξεσπά
- Η βιβλιοθήκη σου είναι γεμάτη από λογοτεχνικά βιβλία. Δεν έχεις
  σπουδάσει όμως γιατί δεν υπάρχει ίχνος βιβλίου σχολής ή κάποιας
  ειδικότητας. Ακούς πολύ μουσική. Και διαβάζεις επίσης. Ίσως τα κάνεις
  ταυτόχρονα. Τηλεόραση έχεις, αλλά δεν την ανοίγεις διότι το τηλεκοντρόλ
  είναι άφαντο. Τα χέρια σου είναι αρκετά γραμμωμένα όχι όμως, όπως ενός
  αθλητή ενόργανης. Μάλλον περισσότερο θυμίζουν χέρια πυγμάχου. Η αδυναμία
  που έχεις στην τζαζ φανερώνεται από τα βινύλια του Ντίζι Γκιλέσπι.
  Δείχνει όμως και κάτι άλλο. Την αδυναμία σου στα πνευστά. Μπορεί να
  ασχολήθηκες με αυτά κάποια φεγγάρια. Όχι όμως τρομπέτα. Μάλλον σαξόφωνο.
  Το γεγονός ότι αφήνεις νύχια στο δεξί χέρι σε σχέση με το αριστερό
  φανερώνει ότι παίζεις και κιθάρα αλλά όχι πλέον, διότι δεν βλέπω κάποιο
  μουσικό όργανο εδώ. Η φωτογραφία ενός κυρίου που σου μοιάζει - μάλλον του
  πατέρα σου - καταχωνιασμένη διακριτικά στην βιβλιοθήκη και η απουσία της
  μητέρας σου σημαίνει ότι τον έχασες πρόσφατα και προσπαθείς να
  συνέλθεις με την εικονική του παρουσία. Τα μάτια σου είναι κόκκινα
  δείγμα αϋπνίας ή μεθυσιού. Πιθανόν και των δύο. Άργησες να μου ανοίξεις
  όχι επειδή κοιμόσουν αλλά ήθελες να αποφύγεις πιθανόν προβλήματα και
  μπελάδες. Ουλές στο πρόσωπο και στα χέρια πιθανόν από ράμματα δηλώνουν
  πρόσφατους τσαμπουκάδες. Τα έπιπλα σου δηλώνουν τάσεις φυγής και το
  μαύρο άλογο που προτιμάς δείχνει μια εικόνα προς το μέλλον όχι και τόσο
  ρόδινη. Λοιπόν?
- Δεν παίζω! Είναι άδικο
- Γιατί?
- Είσαι στο χώρο μου και έχεις το πλεονέκτημα
- Έπεσα μέσα δηλαδή?
- Είμαι και γω καλός σε αυτό ξέρεις?
- Δεν μου απάντησες?
- Πιο μέσα δεν γίνεται
- Λοιπόν σειρά σου
- Να κάνω τι?
- Να με ανακρίνεις
- Δεν θέλω
- Γιατί?
- Δεν θέλω να χαθεί η μαγεία
- Οκ
- Απλά πες μου μόνο δύο πράγματα
- Ακούω
- Που μένεις?
- Ακαδημία Πλάτωνος
- Και τι αγαπάς πιο πολύ από όλα να κάνεις?
- Να ταξιδεύω. Για αυτό άλλωστε έγινα και ξεναγός.
- Τέλεια. Τώρα γνωρίζω που να ψάξω αν σε χάσω πάλι και ξέρω τι κάνεις
  όταν δεν με σκέφτεσαι.
- Διακρίνω μεγάλη αισιοδοξία?
- Αν και καβάλα στο μαύρο άλογο!
Οι National εξακολουθούν να μας κρατούν συντροφιά. Στο "Bloodbuzz Ohio"
η Ευτυχία αρχίζει να χορεύει μόνη της. Κάνει μικρούς κύκλους γύρω από
τον εαυτό της και με τα χέρια σε διάταση να πάλλονται ρυθμικά με
πλησιάζει και μου λέει
- Θέλω να βγω έξω. Να χορέψω. Να μεθύσω. Να ερωτευτώ.
- Θες παρέα?
- Θέλω να τα κάνω όλα αυτά με σένα
- Πέστο και έγινε
Ετοιμάζομαι γρήγορα ενώ η Ευτυχία φτιάχνει σφηνάκια και για τους δυο
μας. Σκέφτομαι να χτυπήσω στον Κοσμά για ένα εορτοδάνειο αλλά βάζοντας
το χέρι στην τσέπη ανακαλύπτω μια δεσμίδα πενηντάρικα. Δοξάζω την τύχη
μου και σπεύδω στο κορίτσι μου. Κίτρινες τεκιλίτσες με περιμένουν
προκλητικά για να τις δοκιμάσω.
- Σε πειράζει να μη πιω. Θέλω όλο αυτό να το ζήσω νηφάλιος!
- Αν μεθύσω θα με προσέχεις?
- Δεν θα πάρω τα μάτια μου από πάνω σου...
Φεύγουμε. Γυρίζουμε όλο το απόγευμα από δω και από κει. Το βράδυ, μας
βρίσκει σε παραλιακό μαγαζί που βλέπει θάλασσα να χορεύουμε αγκαλιά
το "Save the last dance for me" από έναν δαιμονισμένο Michael Buble.
Δε πατάμε στη γη. Είμαστε κάτι χιλιοστά παραπάνω και πετάμε λες και
έχουμε μικρά φτερά στα πόδια.
- Είμαι μεθυσμένη!
- Είσαι όμορφη!
- Θέλω να σε φιλήσω γαμώτο!!
- Κάντο
Πέφτει επάνω μου και με φυλά με λύσσα. Η γεύση των χειλιών της φέρνει
κάτι από αγριοκέρασο. Η γλώσσα της ποτισμένη με τεκίλα γυρίζει αργά και
νωχελικά γύρω από το στόμα μου. Παράλληλα με ρουφά. Τα χείλη μου κολλάνε
πάνω της. Το "No ordinary love" της Sade μας βρίσκει ένα σώμα, μια καρδιά,
μια ψυχή. Βγαίνουμε στη θάλασσα. Απομακρυνόμαστε από το μαγαζί. Περπατάμε
πάνω στην άμμο. Μένουμε μόνοι.
- Είσαι για νυχτερινό μπάνιο? μου κάνει και αρχίζει να βγάζει τα ρούχα
  της
- Γιατί όχι... την ακολουθώ μαγεμένος
Την παρακολουθώ καθώς μπαίνει στο νερό δισταχτικά. Το σμιλεμένο της
κορμί φεγγοβολάει. Κάνει βουτιά και χάνεται. Ξωπίσω της εγώ κολυμπάω για
να τη φτάσω. Στα ανοιχτά πέρα από το φεγγαρόφωτο επικρατεί η σκοτεινιά
της θάλασσας. Δεν μας ενδιαφέρει. Το φως που εκπέμπουν τα θερμά κορμιά
μας είναι αρκετό.
- Είμαι ερωτευμένη!, μου φωνάζει παθιασμένα
- Και γω!
- Θέλω να με πάρεις αγκαλιά!
- Εγώ θέλω να πεθάνω στην αγκαλιά σου!
- Στέφανε λες κουταμάρες!
- Το ξέρω!
Κάνει μακροβούτι και ξαναχάνεται. Στέκομαι να την περιμένω. Την
χρονομετρώ. Αργεί. Ανησυχώ. Αρχίζω να φωνάζω δυνατά. Αν κάνει πλάκα είναι
κακόγουστη. Τίποτα. Παίρνω βαθιά ανάσα και βουλιάζω στο άπειρο. Οι
προσπάθειες πολλές. Συνεχώς βγαίνω να πάρω ανάσα και ξανά μια από τα
ίδια. Και ξανά. Ώσπου ξαφνικά βλέπω ένα έντονο φως και κολυμπώ προς τα
εκεί. Όταν φτάνω εκεί βλέπω τον πατέρα μου. Είναι ντυμένος στα άσπρα και
μου γελά
- Έχω πεθάνει πατέρα...?
- Όχι γιε μου
- Βλέπω όνειρο...?
- Ναι
- Δεν θέλω να ξυπνήσω!
- Πρέπει γιε μου. Έχεις αφήσει κάτι στη μέση..
Ξυπνώ στο κρεβάτι μου με έντονους πόνους στο στήθος. Κρατούσα την
αναπνοή μου όσο κοιμόμουν. Δίπλα μου μισάνοιχτη η "Καρδιά του σκότους".
Και παραδίπλα ένα ανοιγμένο κουτί χάπια circadin με ένα ποτήρι
μισοάδειο νερό. Ο Πέτρος είχε κάνει το καθήκον του και μου τα είχε
φέρει σήμερα το πρωί και γω με τη σειρά μου είχα κάνει το δικό μου.
Πήρα ένα χάπι και κοιμήθηκα. Ώστε ήταν ένα όνειρο. Πασχίζω να
ξανακοιμηθώ μήπως και το ξαναδώ. Αδύνατον. Σηκώνομαι, βάζω ένα Dimple και
στο cd-player σπρώχνω το "Dirty little secret" της Sarah Mclachlan και
μετά... Μετά με πιάνουν κάτι κλάματα. Μα κάτι κλάματα. Αρχίζω να κλαίω για
όλους. Για τον Άγγελο, για τον Πέτρο, για τον Άρη, για τον Ανδρέα, για την
μάνα μου, για τον πατέρα μου, για την Ευτυχία που δεν έχω. Για όλους. Μα
πιο πολύ για ένα όνειρο που δεν πρόλαβα να ζήσω...




*Σιέστα = Από την ισπανική λέξη siesta. Απογευματινή ανάπαυση,που συνοδεύεται
από σύντομο ύπνο.
*Aείμνηστη ατάκα του Λάμπρου Κωνσταντάρα στην ταινία "Κάτι κουρασμένα
παληκάρια"
*Παραίσθηση = Ψυχική διαταραχή που εκδηλώνεται ως απάτη των αισθήσεων και
προκαλεί σφαλερές αντιλήψεις
**Φράση ιστορική που είπε ο Ιούλιος Καίσαρας. Στα λατινικά "alea jacta est ή
jacta alea est". Σημαίνει η απόφαση πάρθηκε.

1 σχόλιο:

  1. Μπραβο Στεφανε, ξεκινησα τυχαια και δεν μπορουσα να σταματησω.... πολυ ομορφο κειμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή