Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Σαραντατέσσερα

Ανεβαίνω τα σκαλιά και στο κατώφλι της πόρτας στέκεται και με περιμένει. Έχει λίγες ρυτίδες παραπάνω από την τελευταία φορά που
την είδα. Φοράει ένα μαύρο φόρεμα και πέδιλα. Μου χαμογελά. Όταν φθάνω στην εξώπορτα με αγκαλιάζει και με φιλά.
- Έχεις αδυνατίσει ή μου φαίνεται? μου κάνει με παράπονο
- Σου φαίνεται. Αλλά και συ είσαι χλωμή?
- Μια χαρά είμαι
Λέμε και οι δύο ψέματα. Μπαίνω στο σπίτι. Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Όλα τα πράγματα είναι στη θέση τους. Μέχρι και στο γραφείο του είναι ακουμπισμένα τα γυαλιά του και η εφημερίδα του και τον περιμένουν. Η βιβλιοθήκη με τα σκονισμένα βιβλία του, η κουνιστή πολυθρόνα του και ο σωρός από περιοδικά και dvd κλασσικών ταινιών που στολίζουν το αρχείο του. Όλα είναι εκεί. Εκτός από αυτόν. Περίεργο που είναι πάντως. Όλα τα πράγματα παίρνουν αξία από μας τους ίδιους. Εμείς κινούμε το μικρό άψυχο συμπάν τους. Αν ξαφνικά σταματήσουμε, σταματούν και αυτά την κίνηση τους. Εξαρτώνται από μας. Εμείς από ποιον εξαρτόμαστε?
- Πεινάς? Θες να σου βάλω κάτι να φας?
- Δεν πεινάω
- Θες να πιεις κάτι? Έχω ανοίξει ένα μοσχοφίλερο
- Αν πιεις και συ μαζί μου..
Βάζει σε δυο ποτήρια κρασί και μου δίνει το ένα
- Στον πατέρα σου, μου κάνει
- Οκ, θα πιω σε αυτό
- Χθες μου φάνηκε ότι τον είδα. Ήμουν στην κουζίνα και ένοιωσα μια σιλουέτα να κινείται στο σαλόνι. Σου φαίνεται τρελό έ?
- Απεναντίας μου φαίνεται πολύ λογικό
- Λογικό?
- Μπορεί και να συμβαίνει
- Ο Ανδρέας, μου είπε να πάω να μείνω για λίγες μέρες στο σπίτι του
- Θα ξεχαστείς με τα εγγόνια σου
- Μα δεν θέλω να ξεχάσω. Θέλω να θυμάμαι..
- Δεν έχεις και άδικο. Αυτό που σου μένει στο τέλος είναι οι αναμνήσεις
- Σου έχω πει πως γνωριστήκαμε με τον πατέρα σου?
- Ομολογώ πως όχι
- Είναι ιστορία 37 χρονών. Θες να την ακούσεις?
- Ψοφάω
- Κλείσε τα μάτια...
Τον Άυγουστο του 1975 παραθέριζα με τους δικούς μου στην Ναύπακτο. Δεν
είχε περάσει ένας χρόνος από την πτώση της χούντας των Συνταγμάταρχων
στην Ελλάδα και ολόκληρος ο κόσμος εκδήλωνε έντονα πλέον την σεξουαλική
επανάσταση και αμφισβητούσε τις παλιές αξίες της οικογένειας και του
γάμου. Εγώ πρωτοετής στο τμήμα της Φιλοσοφικής τα είχα με έναν
συμφοιτητή μου και πριν φύγω για διακοπές τα είχαμε ψιλοτσουγκρίσει.
Έτσι όταν έφτασα εκεί ήμουν μες στα νεύρα. Τα πρωινά πήγαινα για μπάνιο
με τον παππού σου και τα απογεύματα κατέβαινα στην παραλία για καφέ και
γλυκό με τα ξαδέλφια μου. Εκείνο το καλοκαίρι έμελλε να τον γνωρίσω. Είχε
έρθει με ένα φίλο του και κατασκήνωσαν στη θάλασσα. Ήταν ψηλός,
μελαχροινός με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια, εκτυφλωτικό χαμόγελο και
απίστευτα γοητευτικός. Σαν εσένα. Με μια διαφορά. Αυτός είχε μακριά ίσια
μαλλιά. Ήταν πάνω κάτω στην ηλικία σου όταν μας σύστησαν κοινοί φίλοι.
Δεν μου έδωσε καμιά σημασία στην αρχή. Μάλιστα θαρρώ τις πρώτες μέρες
με απέφευγε. Έκανα λάθος όμως. Ο ίδιος μάζευε τα κουράγια του για να
μου μιλήσει και να μου εξομολογήθει για το πως ένοιωθε. Ένα μεσημέρι
είχαμε δώσει ραντεβού σε ένα καφενείο και όταν κατέβηκα τον βρήκα
με γυναικεία παρέα να παίζει τάβλι. Πληγώθηκε ο εγωισμός μου,
ανακατώθηκα, έκανα να φύγω αλλά αυτός όταν με αντιλήφθηκε την
παράτησε σύξυλη και ήρθε και κάθισε μαζί μου. Στην ερώτηση που
του έκανα γιατί δεν γυρίζει στην παρέα του μου απάντησε ότι με
μένα περνάει καλύτερα. Εκείνο το απόγευμα, μου εκμηστηρεύτηκε τον
έρωτά του. Είχε έρθει για ένα σαββατοκύριακο και ο λόγος που έμενε
και άλλο, ήμουν εγώ. Ήταν απόφοιτος της αγγλικής φιλολογίας και
προς το παρόν έκανε μεταφράσεις για εκδοτικούς οίκους αλλά σύντομα
θα άνοιγε τον δικό του. Με ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που με είδε
και ήταν έτοιμος να με παντρευτεί άμεσα.
- Τυλίχτε το, να το πάρω σπίτι, έλεγε.
Είχε δει στο όνειρο του ότι μαζί θα κάναμε πολλά παιδιά και το
πρώτο θα ήταν κορίτσι. Για ένα κοριτσόπουλο 19 χρονών όλα αυτά
ακούγονταν ειδυλλιακά και ουτοπικά. Δεν τον πίστεψα. Και του ράγισα την
καρδιά. Μόλις επέστρεψα στην Αθήνα, τα ξαναβρήκα με τον συμφοιτητή μου
και του το είπα στο τηλέφωνο. Ήμουν τόσο δειλή που δεν καταδέχτηκα να
βγω ούτε για ένα καφέ μαζί του για να του εξηγήσω. Του ζήτησα να
μείνουμε μόνο δύο καλοί φίλοι. Δεν το δέχτηκε. Μάζεψε τα κομμάτια του
και εξαφανίστηκε από τη ζωή μου. Και τότε άρχισαν να συμβαίνουν
απίστευτα πράγματα. Έβγαινα βόλτες και έπεφτα πάνω του. Περνούσα από
δρόμους και είχα έντονη την αίσθηση ότι θα τον δω και τον έβλεπα. Τον
σκεφτόμουν διαρκώς όλη την ημέρα και τις νύχτες τον συναντούσα στα
όνειρα μου. Μέχρι και στην Θεσσαλονίκη που είχα πάει για μια συναυλία,
έφτασε η χάρη του. Περπατώντας στα Λαδάδικα με πολύ κόσμο που
ανεβοκατέβαινε υστερικά, έπεσα πάνω του. Στην κυριολεξία. Στην αγκαλιά
του.
- Μέχρι πότε θα αποφεύγεις το πεπρωμένο σου, μου είπε,
χαμογέλασε και χάθηκε. Μετά από λίγες μέρες έστειλα το συμφοιτητή μου
να κόψει μαργαρίτες και έτρεξα να τον βρω. Μόλις με είδε δεν ζήτησε καμιά
εξήγηση.
- Είμαι δύσκολος άνθρωπος, κλαίγομαι συνεχώς, δεν θα με αντέξεις παραπάνω από ένα μήνα, του είπα.
- Μιλάς πολύ και αισθάνεσαι λίγο, μου απάντησε.
- Εδώ σταματά το παραμύθι και αρχίζει η πραγματικότητα και θά ναι ζόρικη, του ξαναείπα κλαίγοντας
και αυτός σκουπίζοντας τα δάκρυα μου, με φίλησε και μου είπε
- Να δεις τι σου χω για μετά*...
Και λες και το ξερε. Μου χάρισε τον Ανδρέα, εσένα, την αγάπη του, ταξίδια,
εμπειρίες, όνειρα. Μια ευτυχισμένη και γεμάτη ζωή.
- Άνοιξε τα μάτια. Λοιπόν?
- Μοναδική ιστορία
- Δεν θυμάμαι να την έχω μοιραστεί με κανέναν
- Αλήθεια το πιστεύεις αυτό?
- Ποιο?
- Το ότι όλα συνωμοτούν για να συμβεί κάτι
- Δεν ξέρω. Πιστεύω στον έρωτα και στον άνθρωπο. Αν το θέλει μόνο ο ένας δε πρόκειται να λειτουργήσει ποτέ. Οι δυο μαζί όμως, μπορούν να λιώσουν πλεξιγκλάς* αν θέλουν.
- Και οι δύο λοιπόν ε?
- Ποια σε βασανίζει? Δεν με γελάς εμένα
- Τίποτα. Κουβέντα να γίνεται..
- Ρε άστα τα σκουριάρικα. Ακούω?
- Δεν ξέρω αν είναι στο μυαλό μου ή...
- ...Αν το ζεις?
- Ακριβώς
- Είναι απλό
- Απλό?
- Αν δεν την ξαναδείς, δεν υπάρχει για σένα
- Και δεν υπήρξε ποτέ?
- Τι νόημα έχει? Αν υπήρξε ή αν υπάρχει, αφού δεν θα είναι για σένα
- Και αν την ξαναδώ?
- Το έργο είναι γνωστό
- Δηλαδή?
- Σταματά το ρομάντζο και αρχίζει η ζωή
- Πράγμα που σημαίνει?
- Πράγμα που σημαίνει ότι για να έχει φινάλε ''ζήσαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα'' θα πρέπει να το κυνηγήσεις, να το πιστέψεις, να το στηρίξεις, να το πονέσεις, να το βασανίσεις, να το ματώσεις,να το
ζωντανέψεις, να το αγαπήσεις και να το λυτρώσεις.
- Δεν πέφτουν τίτλοι τέλους?
- Όχι..
- Δεν σταματά ποτέ?
- Ποτέ. Κινείται διαρκώς. Πριν, τώρα και μετά.
- Και τι πρέπει να κάνω?
- Αυτό όταν έρθει η ώρα θα στο πει η καρδιά σου
- Και αν δεν την ακούσω?
- Μην ανησυχείς. Θα βγάλει κραυγή
- Και αν λιποψυχίσω?
- Δεν σε φοβάμαι γιατί σε έμαθα στα δύσκολα. Πως την λένε?
- Ευτυχία
- Θα την βρεις..
- Πότε?
- Όταν σταματήσεις να την ψάχνεις!
Αφήνει το ποτό της στο τραπέζι και γέρνει στην καρέκλα. Πάω από πάνω της
- Δεν είναι τίποτα. Μάλλον με ζάλισε το κρασί, μου κάνει
- Τι λες να πάω να μας φτιάξω κάτι να φάμε?
Κουνά το κεφάλι της καταφατικά και γω παίρνω το ποτήρι μου και το
μπουκάλι με το κρασί και πάω στην κουζίνα. Λίγο πριν, βάζω ένα δίσκο των
Queen και σιγά σιγά ξεκινά να παίζει το "Who wants to live forever" και
γω σαν σύγχρονος Highlander με την ανοξείδωτη κατσαρόλα για σπαθί
φτιάχνω μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα. Όταν τα ετοιμάζω τρίβω τυρί, στρώνω
τραπέζι αλλά πηγαίνοντας στο σαλόνι να την ειδοποιήσω, η κυρά Άννα
κοιμάται ήδη. Έχει κουρνιάσει στην καρέκλα και έχει διώξει προς στιγμήν
όλες τις έγνοιες. Την παίρνω αγκαλιά και την πάω στο υπνοδωμάτιο. Λίγο
πριν την βάλω στο κρεβάτι μου ψιθυρίζει στο αυτί
- Με την πρώτη ευκαιρία θέλω να πας σε ένα γιατρό
- Θα πάω
- Μείνε μαζί μου σήμερα
- Θα μείνω
- Να σου στρώσω μέσα...
- Άστο. Θα το κάνω μόνος. Κοιμήσου
Με κοιτά στα μάτια και βουρκώνει
- Μου λείπει. Κάθε μέρα. Κάθε ώρα. Κάθε στιγμή
- Και μένα μάνα
Την φιλώ στο μέτωπο και κλείνω τη πόρτα φεύγοντας. Στην κουζίνα βάζω τα
μακαρόνια και τη σάλτσα στο ψυγείο και με το κρασί αγκαλιά κάθομαι στη
κουνιστή πολυθρόνα του γέρου μου. Στο stereo συνεχίζουν οι Queen με το
"The show must go on" να χτενίζει τη βελόνα στο πικάπ. Βάζω στο ποτήρι μου
κρασί και στρίβω τσιγάρο. Μπροστά μου κοιτώ μια φωτογραφία. Είναι
τραβηγμένη στην ορκωμοσία του Ανδρέα. Ο φακός έχει εστιάσει στην
κυρά Άννα που μας έχει ανάμεσα της. Όλοι βρίσκονται εντός κάδρου εκτός
από μένα. Κοιτώ αλλού. Οι φωτογραφίες μερικές φορές, λένε περισσότερα
και από τις ίδιες τις λέξεις. Στη προσπάθεια που κάνω με το δεξί μου χέρι
να πιάσω το ποτήρι με το κρασί χωρίς να βλέπω, το ρίχνω κάτω και ενστικτωδώς
το αριστερό μου χέρι κάνει απόπειρα να περισώσει οτιδήποτε αν σώζεται,
με αποτέλεσμα να πέσει η φωτογραφία και να γίνει χίλια κομμάτια.
Πιάνοντας την, μέσα από τα γυαλιά παρατηρώ στο πίσω μέρος της ένα
κείμενο με το γραφικό χαρακτήρα του πατέρα μου. Διαβάζω με προσοχή
''Μεταξύ του λογικού και του παράλογου, του πνεύματος και της καρδιάς,
  των σκέψεων και των αισθήσεων, του απόλυτου και του σχετικού, της
  σταθερότητας και της αλλαγής, της ανάλυσης και της σύνθεσης, της
  πεποίθησης και της αμφιβολίας, του άγχους και της ηρεμίας, της
  ταπεινοφροσύνης και της περηφάνιας, της τάξης και του χάους, της
  νηνεμίας και της θύελλας, του Ανδρέα και του Στέφανου, βρήκα την
  γαλήνη μου...Νοέμβριος 2001
  Υ.Σ.1 Λευκό μου γιασεμί, μη νυχτώσεις**...
  Υ.Σ.2 Αν μ’ άφηναν ελεύθερο να διαλέξω, θα ‘θελα μια θεσούλα.
  Καταμεσής στον παράδεισο. Κι ακόμα καλύτερα, στην πόρτα του***."
Πατέρα τελικά την βρήκες την γαλήνη σου, σκέφτομαι και κάνω μεγάλη
προσπάθεια για να μην βουρκώσω. Αμέσως όμως μια ανατριχίλα διαπερνάει
την ραχοκοκαλιά μου. Αντικρύζω κάθε φωτογραφία στο δωμάτιο. Και είναι
πολλές από δαύτες. Στο τοίχο, στο γραφείο, στη βιβλιοθήκη, στα άλμπουμ και
διάσπαρτες στα συρτάρια και στο υπόλοιπο σπίτι. Αν σε κάθε μια έχεις
γράψει και κάτι, θα είναι μια καλή αρχή για την μάνα για να καλύψει το
κενό σου από αύριο κιόλας και να βρει τη δική της γαλήνη. Οπότε έχουμε
και λέμε: ο Ανδρέας την βρήκε και ο γέρος επίσης και η κυρά Άννα θα την
βρει οσονούπω.
- Άρα τι μένει?
Η δική μου γαλήνη. Πιάνω ένα κομμάτι χαρτί και σκαλίζω στη λευκή επιφάνεια
του
  "Μάνα καλημέρα. Δεν έμεινα τελικά διότι δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Έχω να
   κλείσω μάτι μέρες. Μην ανησυχείς για μένα. Θα κάνω ότι μου είπες. Θα πάω
   στον γιατρό. Σου αφήνω μια φωτογραφία που ανακάλυψα το βράδυ η οποία μπορεί
   να σε οδηγήσει σε μια άλλη. Μπορεί και όχι. Αξίζει όμως να προσπαθήσεις...
   Πρόσεχε τον εαυτό σου."
   Υ.Σ.1 Ο πατέρας, μας περιμένει απέναντι. Στην αυλή του παραδείσου...
   Υ.Σ.2 Αλλά όχι ακόμα... Όχι ακόμα...






*Ουτοπία = Σύστημα, θεωρία, σχέδιο που δεν μπορεί να πραγματοποιηθει, να
εφαρμοστεί.
*Πλεξιγκλάς = Γαλλική λέξη plexiglas. Εμπορική ονομασία του πλαστικού γυαλιού.
**Στίχος του Μιχαλή Γκανά από το "Λευκό μου γιασεμί"
***Φράση παρμένη από την Φιλοσοφία του Νίτσε





 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου