Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Τριανταέξι

Μένω Παγκράτι τα τελευταία τρία χρόνια και ευελπιστώ να μείνω εδώ κάμποσο. Και λέω ευελπιστώ γιατί τον τελευταίο καιρό τα λουριά έχουν σφίξει. Επαναλαμβάνω λάθη του παρελθόντος. Πριν, έμενα Νέα Σμύρνη. Πάνω από την πλατεία. Και πιο πριν Ζωγράφου. Κοντά στη Φιλοσοφική. Από κει έφυγα νύχτα. Ο ιδιοκτήτης με έψαχνε μέρες. Όταν το πήρε απόφαση ότι δε θα με βρει κατέσχεσε τα πράγματα μου. Μια ψαροκασέλα στην οποία κοιμόμουν, ένα τραπέζι, δυο καρέκλες, ένα ψυγείο, ένα ραδιόφωνο της πούτσας, κάτι ρούχα και λίγα κουζινικά. Φθηνοπράγματα. Το μόνο για το οποίο χαλάστηκα ήταν το ψυγείο. Ήταν ένα παλιό αμερικάνικου τύπου το οποίο είχα αγοράσει κοψοχρονιά* από το Μοναστηράκι. Στις τρέλες ζέστες του καλοκαιριού το χρησιμοποιούσα και σαν κλιματιστικό. Το άνοιγα και έψυχα το χώρο.Μεγάλες διαστάσεις. Μπορούσες να βάλεις μέσα πτώμα και να το διατηρήσεις μέρες εκεί. Κάνα δυο φορές που με αιφνιδίασε με δικό του κλειδί εκεί μέσα κρύφτηκα. Πάγωσαν τα παπάρια μου μέχρι να φύγει. Για τα υπόλοιπα δε με ένοιαξε. Ποτέ δεν δέθηκα με τα πράγματα. Προτιμώ να δένομαι με τους ανθρώπους. Αυτό που δε θα ξεχάσω από κει, είναι κάτι τρελά ξενύχτια στη Πολυτεχνειούπολη και το καθημερινό μπανιστήρι* από τη βεράντα μου προς την φοιτητική εστία με θύματα αθώα λάγνα θηλυκά με φιδίσια κορμιά που άπλωναν την μπουγάδα τους στο μπαλκόνι συνήθως μόνο με το άρωμα τους. Πολλές φορές και χωρίς αυτό. Πρόλαβα και έμεινα δύο χρόνια. Τους τελευταίους έξι μήνες τσάμπα. Στην Νέα Σμύρνη το είχα δει το έργο και όταν ο ιδιοκτήτης άρχισε να γίνεται ενοχλητικός και να μου τα ζαλίζει ξεκίνησα την μετακόμιση. Κάθε μέρα έφευγα και έπαιρνα και ένα πράγμα μαζί μου.
Σε αυτόν ή στους γείτονες που με έβλεπαν έλεγα και μια διαφορετική
ιστορία κάθε φορά. Αν ήταν το στερεοφωνικό το πήγαινα για επισκευή,
αν ήταν το τραπέζι και οι καρέκλες στο μαραγκό, αν ήταν τα ρούχα στο
καθαριστήριο. Είχα βρει την γκαρσονιέρα στο Παγκράτι. Φιλολάου
και Φρύνης. Και είχα την άνεση. Όταν το άδειασα, το τελευταίο βράδυ
κοιμήθηκα στο πάτωμα και την επομένη έδεσα μια κόκκινη γράβατα στα
πόμολα της ντουλάπας του και εξαφανίστηκα. Εκεί έμεινα άλλα δύο χρόνια.
Τέσσερις μήνες τσάμπα. Σε αυτόν έκανα σκόντο. Από κει δεν θέλω να θυμάμαι
τίποτα. Too much class in my ass. Πως τα καταφέρνω πάντα έτσι ρε πούστη?
Ο γέρος μου, μου είχε πει ότι κάθε πρόβλημα που προκύπτει είναι και μια
νιφάδα χιονιού. Λιώστην. Μην την αφήσεις να γίνει χιονοστιβάδα γιατί θα
σε λιώσει. Πως διάολο τρέχω πίσω από μια χιονόμπαλα κάθε φορά δεν το
καταλαβαίνω? Ανεξήγητο.
Στο Παγκράτι λοιπόν βρήκα την ησυχία μου. Πως? Καλά ακούσατε. Σε έναν
από τους πολυάσχολους δρόμους της Αθήνας. Στη Φιλολάου. Με κίνηση,
διπλοπαρκαρίσματα, μουσικές στη διαπασών, τρελά κορναρίσματα, μπινελίκια,
αναμονή στα φανάρια με το πόδι να αδημονεί να αφήσει τον συμπλέκτη,
Μαυρούλες στη Φορμίωνος να σου κουνάνε τα χέρια και να σου δείχνουν το
κώλο τους, περίπτερα που δεν κλείνουν ποτέ, φαγάδικα για όλες τις
γεύσεις, τόπος συνάντησης για νεανικές παρέες, ξελιγωμένα ζευγαράκια,
επίδοξα καμάκια και μπακούρια*. Σε αυτόν τον δρόμο, λοιπόν, με τέτοια
ηχορύπανση βρήκα την ηρεμία μου. Αισθάνομαι ζωντανός σε μία πόλη
που αργοπεθαίνει. Είναι η Λιλιπούπολη μου. Το λιμάνι μου. Το κέντρο του
κόσμου. Του δικού μου κόσμου. Ακολουθώ μια ευθεία και πάω όπου θέλω.
Παραλία από Βουλιαγμένης. Κέντρο από Ευφράνορος. Καλλιμάρμαρο από
Ερατοσθένους. Βύρωνα από Φορμίωνος. Ο δρόμος που συνδέει βόρειους και
νότιους. Ανατολή και Δύση. Η ώρα λίγο μετά τις 20:00 και βγαίνω από το
σπίτι μου. Καθιερωμένη στάση για καπνό και χαρτάκια. Μετρητοίς? Πίστωση
παρακαλώ. Ότι πει ο κύριος καθότι όποτε λάχει και πληρώσει αφήνει τρελό
μπουρμπουάρ. Ζήτω λοιπόν ο βερεσές. Στην απέναντι πιτσαρία σε μια
τηλεόραση πλάσμα ένας χάχας με γενάκι τριών ημερών σε καλεί να καλέσεις
τώρα σε ένα πενταψήφιο και να κερδίσεις 10000 ευρώ. Στην αναμονή βέβαια
για το κασέρι θα πληρώσεις προστάντζα. Αυτό δεν στο λέει ο χάχας. Απλά
κωλοτρίβεται με ένα ζευγάρι και σου κουνάνε στη μούρη το μαρούλι. Καλά
σου κάνουν. Ένα περίεργο πράγμα. Οι τηλεοράσεις μεγαλώνουν και το
περιεχόμενο τους μικραίνει. Βαλτώνει. Ανάβω τσιγάρο. Από κάποιο αυτοκίνητο
με φιμέ τζάμι και ηχεία τρισδιάστατα ακούγεται στη διαπασών ασμά
θλιβερό.
 "Πάρτο αλλιώς ή πάρε δρόμο"...
μας χλιμιντρίζει λαϊκός τροβαδούρος. Καλά μη μας γαμήσεις κιόλας. Στη
διασταύρωση Φιλολάου και Φρύνης περίμενω το φανάρι. Αυτοκίνητο έρχεται από
δεξιά επί της Φρύνης φέτες. Δεν υπολογίζει φανάρι. Αυτοκίνητο καθοδόν επί
της Φιλολάου. Λες?
Σκάστο... Παραλίγο γερανός. Τα φρένα έκαναν τη δουλειά τους. Άριστη
απόδοση. Οι οδηγοί αντί να ελέγξουν τα σώβρακα τους επιδίδονται σε
λεκτικούς παροξυσμούς*. Τσάμπα μαγκιά. Έλληνες. Περνάω την Χρεμωνίδου
με κατεύθυνση Φορμίωνος. Τα πρωινά σε περιόδους αφραγκίας και έντονης
νηστείας χώνομαι στη λαϊκή αγορά να πάρω μάτι, οσμή και γεύση.Εδώ δεν
περνά η πίστωση. Ισχύει ο νόμος της ζούλας. Κάνω αριστερά με προορισμό
Υμηττού. Μου αρέσει να την περπατάω από την αρχή της. Κόσμος και ντουνιάς.
Φώτα, χρώματα, αρώματα και Γυναίκες. Θεέ μου.. Πόσο ομορφαίνουν.. Γέλια,
μουσικές, μαγαζιά, κοκτέηλς και καπνοί από διαφόρων ειδών τσιγάρα. Περνάω
από το εμπορικό κέντρο. Ρίχνω μια μάτια στις προβολές ταινιών. Σκουπίδια.
Καταλήγω στο συντριβάνι. Τι να κάνω? Φαγητό στην πλατεία Βαρνάβα ή ξύδια
στην Αρδηττού? Το στομάχι μου γουστάρει μεζεδωπολείο και γουργουρίζει
αλλά το μειονέκτημα του τρικ "δεν έχω να πληρώσω" είναι ότι δεν
επαναλαμβάνεται ποτέ στο ίδιο μέρος. Έτσι κόβω αριστερά και από την
Βρυαξίδος καταλήγω στην Ευτυχίδου. Κάνω δεξιά και χώνομαι στο
Άλσος. Μυρωδιές από πεύκα, πλατάνια και κυπαρίσσια μπερδεύονται και
απορροφούνται από την μύτη μου. Αράζω σε ένα παγκάκι και στρίβω τσιγάρο.
Ένας μικρός παράδεισος στο κέντρο της Αθήνας. Εδώ συνήθως τα μεσημέρια
με λίγο κρασί ή κονιάκ χάνομαι για ώρες παρέα με κάποιο βιβλίο ή με
κάποια μουσική. Φωνές από παιδιά, παρέες στο αναψυκτήριο, σκυλιά που
κάνουν την ανάγκη τους και αφεντικά που δεν κάνουν καν την χειρονομία
να τα μαζέψουν όπως οφείλουν. Έλληνες.. Κλεφτές ματιές στο πρόγραμμα του
υπαίθριου θερινού κινηματογράφου. Αξιόλογο πρόγραμμα αλλά ουδέν λόγος
για πίστωση. Απόπειρα να χωθώ τζάμπα καταλήγει σε φιάσκο. Μέσα από δάφνες
και λεύκες εμφανίζομαι στην Ευφράνορος και ευθυγραμμίζομαι μαζί της.
Είναι κατηφόρα και γλιστράω πάνω της. Στη Φωκιανού ρίχνω ένα βλέμμα
δεξιά. Ξενοδοχείο προσφέρει δωμάτιο για λίγες ώρες για να ικανοποιήσετε
τις ορμές σας.Την κρατάω από το χέρι. Ντρέπεται. Κάνω τον καμπόσο. Η
καρδιά μου όμως χτυπάει σα τρελλή. Ένα δωμάτιο παρακαλώ. Τι προτιμάτε?
Το κλουβί? Το δωμάτιο με τους καθρέφτες? Το Φετίχ δερμάτινο? Θα
προτιμήσω το δωμάτιο με τους καθρέφτες αν δεν λιποθυμίσω. Ορίστε κύριε.
Παίρνω το κλειδί. Ανώνυμα. Απρόσωπα. Στο ασανσέρ κουρνιάζει πάνω μου.
Ξεφυσάω. Γινόμαστε ένα..
Φθάνω Καλλιμάρμαρο. Το Παναθηναικό στάδιο είναι φωταγωγημένο. Έτσι είναι
πάντα τα βράδια. Το προτιμώ άδειο. Γεμάτο με κουράζει. Κάνω τον κύκλο.
Φθάνω στην Αρδηττού. Στα σύνορα με το Μετς. Το μπαρ του Στέλιου. Το στέκι
μου. Εδώ η πίστωση φθάνει και περισσεύει διότι ανοίξαμε και σας
περιμένουμε. Ο Σταύρος στην πόρτα παραμονεύει. Φρεσκοξυρισμένος και
αγουροξυπνημένος. Το κοστούμι του είναι ετοιματζίδικο και του πέφτει
λίγο μεγάλο. Η γράβατα σφίγγει το κολάρο και πιέζει τον αγελαδίσιο
του σβέρκο. Πάντα με τον καλό του το λόγο.
- Ρε καλώς τον. Χρόνια και ζαμάνια. Από πότε έχω να σε δω?
- 20 ώρες για την ακρίβεια
- Έχω πάρει μια στεναχώρια για το γκομενάκι που ψάχνεις?
- Το βλέπω. Κρέμασαν τα μάγουλα σου από τις ζαμπονοτυρόπιτες
Μπαίνω μέσα. Λίγα πράγματα. Υποτονικά. Χαιρετώ τους θαμώνες. Κάθομαι στο
μπαρ. Ο Κavinsky με το "Nightcall" στα πικάπ μπαίνει δειλά δειλά. Ο Στέλιος
με καλωσορίζει με ένα σφηνάκι τεκίλα. Γλείφω το αλάτι. Καταπίνω τη
τεκίλα και ρουφάω το λεμόνι. Πετώ την φλούδα στο τασάκι. Στο καπάκι με
σερβίρει ένα Dimple με πάγο.
- Τι έκανα και αξίζω τέτοια περιποίηση? απορώ
- Ο Άρης έχει γενέθλια και κερνάει το μαγαζί.
- Είναι εδώ? Δεν τον είδα.
- Είναι τουαλέτα. Πίνει από τις 18:00. Κομμάτια
- Πως και έτσι?
- Δεν ξέρω. Μάλλον έτσι γιορτάζει αυτός.
Ο Άρης εμφανίζεται σωστό παρτάλι*. Τα μαλλιά του βρεγμένα. Το μισό
πουκάμισο έξω από το παντελόνι και με το φερμουάρ ανοιχτό. Γέλια
ακούγονται από τα διπλανά τραπέζια. Σηκώνομαι, τον παίρνω στη γωνία και
τον συμμαζεύω.
- Ήρθες? μου κάνει
- Έτσι λέω.Τι χάλια είναι αυτά?
- Γιορτάζω...
- Να τα εκατοστήσεις. Και έτσι το εκδηλώνεις?
- Ναι.Είναι θεσμός πια. Κάθε χρόνο...
- Έλα να καθήσουμε
- Δεν θα με ρωτήσεις γιατί είμαι έτσι
- Γιατί είσαι έτσι λοιπόν?
- Γιατί είμαι μόνος...
- Δεν είσαι μόνος. Έχεις εμένα
- Αλήθεια?
- Αλήθεια
- Στέφανε σε ευχαριστώ. Είσαι ο μοναδικός μου φίλος.
Κατεβάζει ένα σκέτο ουίσκι με μια γουλιά. Σήμερα δεν τον καταλαβαίνω
καθόλου. Τι έχει συμβεί?  Φωνάζει τον Στέλιο και μας κοιτά.
- Κύριοι σήμερα θα απολαύσετε την τελευταία μου παράσταση. Η γκόμενα που
  κάθεται στο τρίτο τραπέζι αριστερά θα γίνει δική μου με έναν μοναδικό
  και ανεπανάληπτο τρόπο.
Γυρίζω και κοιτάζω με τρόπο. Η κοπέλα που βλέπω είναι ένα κορίτσι γύρω
στα 18 και μαζί της είναι τρεις μοσχοαναθρεμμένοι λεβέντες.
- Άρη μη το κάνεις. Θα βρεις μπελά, λέω
- Στέλιο κέρασε το φίλο μου. Ότι πιει δικά μου.
Κάνω μια ύστατη προσπάθεια να τον μεταπείσω
- Άρη βλέπεις τις γκομενίτσες στο τέλος του διαδρόμου. Κάνουν παιχνίδι.
  Θα τους την πέσω εγώ και θα τις πάρουμε παρέα. Τι λες?
Είναι όμως ήδη αποφασισμένος. Πριν φύγει τον πιάνω από το χέρι.
- Άρη σε παρακαλώ...
- Στέφανε είσαι ψυχάρα!
Μου κατεβάζει το χέρι. Πάει στο τραπέζι τους. Κάνει μια υπόκλιση και
κοιτώντας την κοπέλα αρχίζει να παραληρεί
- Με λένε Άρη
  και έχω μεγάλο παπάρι
  σε είδα και είπα
  θεέ μου τι τρύπα.
  Την χάρη σου κάνω
  που σου μιλάω
  και ένα πράγμα θα σου θυμίσω
  εγώ εσένα θα σε γαμήσω...
Για λίγο νεκρική σιωπή. Βλέμματα με απορία. Θυμός που κοχλάζει. Οργή
έτοιμη να ξεσπάσει. Και δεν αργεί. Οι τύποι σηκώνονται. Ο Άρης σκύβει το
κεφάλι και κλείνει τα μάτια. Τον βουτάνε και τον χτυπούν με λύσσα. Από
τους θαμώνες δεν σαλεύει κανείς. Θεία δίκη. Κοιτάω τον Στέλιο
- Δεν θα κάνεις τίποτα? ρωτάω
- Δεν είναι η πρώτη φορά. Πήγαινε γυρεύοντας.
Ο Άρης δέχεται απανωτά χτυπήματα και δεν κάνει το κόπο ούτε να αμυνθεί.
Οι τύποι τον βαράνε με κάθε τρόπο. Κατά τα άλλα το μαγαζί κινείται με
νωχελικούς ρυθμούς. Σχεδόν ακίνητους. Ένας άνθρωπος ξυλοκοπείται και δεν
ιδρώνει κανενός το αυτί. Έλληνες... Γαμημένοι Έλληνες... Σηκώνομαι
- Στέφανε τι πας να κάνεις?
- Κάτι που έπρεπε να κάνω από καιρό.
Βουτάω ένα σκαμπό και το σκάω στην πλάτη του ενός. Διπλώνετε στα δύο και
πέφτει σαν μαριονέτα. Οι υπόλοιποι σταματούν να χτυπούν τον Άρη και
γυρνούν σε μένα.
- Δεν σε αφορά. Γιατί ανακατεύεσαι?
- Βαρέθηκα να με κυνηγούν χιονόμπαλες! τους κάνω
- Άσε κάτω το σκαμπό και φεύγα. Θα μπλέξεις
- Η ζωή μου όλη είναι ένα μπλέξιμο
Ο Άρης συνέρχεται και με κοιτά. Μου χαμογελά. Του κλείνω το μάτι και με
το σκαμπό ανά χείρας πέφτω στις χιονόμπαλες...




*Κοψοχρονιά = Πολύ φθηνά, ευκαιρία
*Μπανιστήρι = Η παρακολούθηση από κάποιον που παραμένει αθέατος των ερωτικών
περιπτύξεων άλλων ανθρώπων ή γενικότερα προσωπικών στιγμών που σχετίζονται με
τη γυμνότητα. Ο ηδονοβλεψίας
*Μπακούρι = Από την τουρκική λέξη bakir που σημαίνει τον ανέγγιχτο. Ο άνδρας
που, θεληματικά ή όχι, δεν έχει ερωτική σύντροφο. Ο εργένης
*Παροξυσμός = Κάθε αιφνίδιο, βίαιο ξέσπασμα. Μεταφορικά η μανία
*Παρτάλι = Από την τουρκική λέξη partal. Το κουρέλι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου