Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Κοίτα με στα μάτια

Το ραντεβού ήταν κανονισμένο για τις 11 Σεπτέμβρη. Είχες αποφασίσει από καιρό τώρα να εισβάλλεις τρομοκρατικά στην ζωή μου και γω σαν άλλος δίδυμος πύργος σε περίμενα απροστάτευτος. Θεέ μου, πόση ευτυχία μπορείς να χωρέσεις μες στα συντρίμια μου; Πως μπορείς να βάλεις φωτιά μέσα στο οικοδόμημα μου και τα κύτταρά μου να χορεύουν λυτρωμένα; Πως κάνεις δύο ψευτοπερήφανα μάτια να κοκκινίζουν χαμένα κάτω από δύο ταλαιπωρημένες βλεφαρίδες που με κόπο προσπαθούν να κρύψουν το φως της αλήθειας; Πως ξαφνικά πεθαίνω και ξαναγεννιέμαι άλλος άνθρωπος;
Πονάει το στομάχι μου. Μετά την τρίτη φορά σταμάτησα να μετράω πότε πήγα τουαλέτα. Έχω τάση για εμετό και κρυώνω λίγο, αν και το καλοκαίρι βαστάει ακόμα. Πρέπει να φάω κάτι. Να πιέσω τον εαυτό μου να δοκιμάσει κάτι. Το στομάχι μου έχει κλείσει και θα κάνω μεγάλη προσπάθεια. Εκείνη από ώρα πια, είναι έτοιμη. Με κοιτά με τα δυο πράσινα μάτια της στοργικά και παρά τους πόνους έχει το νου της σε μένα.
- Λούη μου, είσαι καλά; μου αποκρίνεται
- Άσε με μένα. Εσύ πως είσαι;
- Πονάω. Άναρθρες θηλυκές κραυγές, διακοπτόμενες με επιφωνήματα χαράς και ηδονής, καθ' όλη την διάρκεια της νύχτας κάνουν και πάλι την εμφάνιση τους δηλώνοντας παρών και μας αποσυντονίζουν.
- Έπρεπε να φέρω μαζί μας ωτασπίδες; της κάνω αστειευόμενος.
- Μπα! Θέλω να τον ακούσω όταν θα έρθει.
Την κοιτώ και την θαυμάζω. Δεν δέχτηκε κανένα φάρμακο επιβράδυνσης των πόνων και καμία ένεση. Υπομένει το σταυρό της και καταπίνει με ανάσες αργά τις ώρες του Γολγοθά προσμένοντας την δική μας ανάσταση. Θεέ μου, πως ψήλωσε στα μάτια μου σήμερα; Ή μπορεί και να χαμήλωσα εγώ.
- Πως είμαστε; μας διακόπτει ξαφνικά μια χείρα βοηθείας ντυμένη στα λευκά.
- Μπορείς να περάσεις έξω; επιμένει κοιτώντας με.
Με μεγάλο κόπο σηκώνομαι από μια πολυθρόνα πλαστική που μου έδωσαν αποβραδίς για να βγάλω την νύχτα δίπλα της. Τα κόκκαλα μου χορεύουν φλαμένκο και οι κλειδώσεις μου παίζουν καραγκιόζη. Το τελευταίο που ακούω πριν βγω έξω είναι τα λόγια της μητέρας Τερέζας:
- Πιες κανά χυμό γιατί δεν σε βλέπω καλά!
Έξω στην αίθουσα αναμονής βλέπω το γέρο μου. Κάθεται και χαριεντίζεται με ένα κομπολόϊ από κεχριμπάρι στα χέρια. Παραδίπλα η μητέρα της παίζει νευρικά το πόδι της κοιτώντας το άπειρο, πνιγμένη στο λιμάνι της αγωνίας. Δεν στέκομαι μαζί τους. Τρέχω πάλι σ' εκείνη. Όταν την βλέπω το θέαμα που αντικρύζω κάνει την μαγκιά μου να χαθεί από δίπλα μου. Δόλια ψυχή μου, κρύψου όπου βρεις και όπου μπορείς. Βαριανασαίνει και οι πόνοι της πατάνε ξέφρενα γκάζι. Χάνω το κόσμο όλο. Το δωμάτιο γυρνά γύρω μου. Γιατρέ φέρε ένα γιατρό!
- Πες του να βγει έξω, γιατί σε λίγο θα πέσει ξερός και τι θα τον εκάμω δεν ξέρω. Άλλωστε δεν σε βοηθάει με την παρουσία του, κάνει η νύμφη σε εκείνη.
Αυτή με ένα νεύμα μου δείχνει την έξοδο
- Πως είμαι; μου κάνει καθώς βγαίνω
- Υπέροχη.
Στο διάδρομο κάνω μεγάλη προσπάθεια να κρατηθώ όρθιος καθώς μια σκοτοδίνη με φλερτάρει με το πάτωμα. Με τα χέρια μου ακούμπω στις χειρολαβές τοίχου και μένω παγωμένος για λίγο θυμίζοντας junkie που πήρε την δόση του και βαράει ντάγκλα. Θεέ μου, θα μπορούσα να μείνω για πάντα εδώ. Το άγχος μου εκείνη την στιγμή είναι πως θα ξεκολλήσω τον τοίχο με την χειρολαβή για να κάνω μερικά βήματα. Γρήγορα όμως συνέρχομαι και κατευθύνομαι στο σαλονάκι του τρόμου.
- Πατέρα θέλω να μου κάνεις μια χάρη, κάνω στον γέρο μου ο οποίος έχει αφήσει το κομπολόϊ και κάνει δημόσιες σχέσεις με κάμποσους τεμπελχανάδες.
- Πες μου.
- Όταν μας καλέσουν μέσα, θέλω να έχεις τον νου σου σε μένα
- Για ποιο λόγο;
- Προτιμώ το κεφάλι μου να κάνει γκελ πάνω σου, παρά στο παρκέ του θαλάμου.
- Μείνε ήσυχος.
Οι ώρες μένουν στάσιμες, τα λεπτά κολλάνε πάνω μου και τα δευτερόλεπτα σα βδέλλες μου ρουφάνε το αίμα. Μα γιατί αργούν. Αναγγελίες συνεχώς για τον ερχομό του Μεσσία και διάφορα τυχάρπαστα ονόματα παρευλάνουν αλλά το δικό μου απών. Σόγια περνούν με τυμπανοκρουσίες μπροστά από τα μάτια μου δοξάζοντας τον Ύψιστο και καταλήγουν στο δωμάτιο της επαγγελίας. Θεέ μου, δώσε μου κουράγιο να το διαβώ.
Κάποια στιγμή βγαίνει ευθυτενής με κοιλίτσα, προγούλι και γυαλιά ο οικογενειακός Ζιβάγκο και με περισπούδαστο ύφος μας ανακοινώνει ότι έρχεται. Με μια μικρή καθυστέρηση αναμένεται εντός ολίγου.
- Τακτικός στα ραντεβού του, κάνει ο γέρος μου. Σαν εσένα!
Η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Λες να την ακούνε οι διπλανοί μου; Θαρρείς ότι θα βγει μέσα από τα σπλάχνα μου και σαν άλλος τοκετός θα πλημμυρίσει τους γύρω μου με συναισθήματα χαράς και ευτυχίας. Τα μεγάφωνα με ενημερώνουν να λάβω θέση στην εκκίνηση της ζωής. Επιτέλους ήρθε. Στο δρόμο για να τον συναντήσω τα πόδια μου δεν πατούν στο έδαφος. Αιωρούνται λίγα εκατοστά πάνω από την γη. Φτερά με σηκώνουν και ο γέρος μου κάνει προσπάθεια να με γειώσει για να φανεί αντάξιος στην υπόσχεση του. Στην πόρτα με περιμένει η καλή νεράϊδα για να με παραδώσει στην αγκαλιά του νεοφερμένου.
- Πως είναι εκείνη; ρωτάω
- Μια χαρά. Όλα πήγαν καλά
Δέχομαι τις ευχές της και οι τσέπες μου κάνουν φτερά. Αλλά τίποτα δεν έχει σημασία πια. Πλέον είμαι στην αγκαλιά σου και παρακαλώ το Θεό, αν ποτέ κλείσω τα μάτια μου να είναι μέσα σε αυτή τη γωνίτσα. Παρατηρώ τα μελιά μάτια σου, το σμιλεμένο σου αυτί, το κουρασμένο σου μέτωπο. Τα κινητά αστράφτουν, φωτογραφίες αποθανατίζουν τις στιγμές, οι συγγενείς φιλιούνται, αγκαλιάζονται και γω γαντζώνομαι πάνω στο βλέμμα σου. Εκείνη την στιγμή από κάποιο κινητό ακούγεται η Τάμτα και χωρίς να παίρνω όρκο νομίζω ότι μου χαμογελάς. Ναι λοιπόν, το ταξίδι αρχίζει. Τώρα πια είμαι δικός σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου