Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Ανείπωτη Ιστορία


Σκούπισε με μαντίλι το σκαμμένο του μέτωπο και έσιαξε την χωρίστρα που τό κρυβε. Δύο καστανές κουμπότρυπες, πίσω από δυο στρογγυλούς θολωμένους φακούς, αλληθώριζαν ελαφρώς. Το δεξί του χέρι, το είχε σταυρώσει στην κοιλιά και με το αριστερό ακουμπούσε τα αφυδατωμένα του χείλη. Τον άκουγε με προσοχή ενώ παράλληλα το πίσω μέρος του μυαλού του ταξίδευε. Δεν μπορούσε να το χωνέψει πως είχε μπλέξει σε αυτή την ιστορία. Ήταν σίγουρος ότι ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ - αυτή η ξεμωραμένη κωλοτρυπίδα - είχε βάλει το χεράκι του για να τον απομακρύνει από την ανιψιά του, Ρόζμαρυ. Αυτό το ξανθό μπουμπούκι με τα ροδομάγουλα και την
κατάλευκη επιδερμίδα, που για ν' ανοίξει τα πέταλά του, ήθελε ένα καλό πότισμα. Την είχε γνωρίσει στον ετήσιο χορό της Σκότλαντ Γιαρντ πριν μερικές εβδομάδες και την είχε βάλει στο μάτι. Ήταν σίγουρος πως αν έμενε λίγες μέρες ακόμα στο Λονδίνο θα κατάφερνε να την ξελογιάσει και να την ρίξει στο κρεβάτι. Δεν την είχε ερωτευτεί. Γι' αυτό ήταν βέβαιος. Οι γυναίκες γι' αυτόν αποτελούσαν σκαλιά προς την υπέρτατη ηδονή. Καθώς όμως τα ανέβαινε ένα ένα, αντί να φτάνει σε αυτήν την ευχαρίστηση, απομακρύνονταν ολοένα από αυτή. Λαχταρούσε την γυναικεία σάρκα και στράγγιζε τους χυμούς του κορμιού της. Μόλις έφτανε όμως στην κορύφωση αισθάνονταν μια ανυπέρβλητη μοναξιά.
Από την άλλη, μπορεί και να μην είχε σχέση ο γέρο-τράγος στην ανάμειξη του με την υπόθεση. Ο Αρχηγός της
Σκότλαντ Γιάρντ, Ίαν Ρας - το βουτυρόπαιδο από το λιμάνι του Λίβερπουλ με το παστωμένο μαλλί από μπριγιαντίνη και τα βρώμικα χνώτα  - ποτέ δεν του συγχώρεσε την προσωπική του αποτυχία στην σύλληψη του Τζακ του Αντεροβγάλτη. Ήταν μέλος της ομάδας που είχε αναλάβει πριν από δέκα χρόνια να καθίσει στο σκαμνί τον περιβόητο κακοποιό που στραγγάλιζε τα θύματα του και στην συνέχεια τα τεμάχιζε με χειρουργική ακρίβεια και μαεστρία. Ήταν τέτοια η φήμη του, που σύντομα ολόκληρο το Λονδίνο είχε τρομοκρατηθεί και μιλούσε για τον ίδιο τον διάβολο. Ο ίδιος μάλιστα, έφτασε πολύ κοντά στο να τον συλλάβει ένα βράδυ στο Γουάϊτ-τσάπελ. Δίστασε όμως να τον πυροβολήσει και έτσι του ξέφυγε. Δεν το μετάνοιωσε ποτέ. Όταν τον ανέκριναν, είχε έτοιμη την δικαιολογία. Πως μπορείς να πυροβολήσεις τον ίδιο τον Διάβολο; Και αν αστοχήσεις;
Ορφανός από πατέρα, έχασε την μάνα του από τύφο, δύο χρόνια αφότου γεννήθηκε. Μεγάλωσε στους δρόμους και στα αναμορφωτήρια. Μόλις έμαθε να γράφει και να διαβάζει μπήκε στην Αστυνομία και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, εκμεταλλευόμενος συμπτώσεις και συγκυρίες, κατάφερε να γίνει επιθεωρητής. Τον Μάϊο του  1884 μία έκρηξη σε δημόσιο ουρητήριο, που βρίσκονταν κοντά στα κεντρικά γραφεία της Μητροπολιτικής Αστυνομίας, συντάραξε τα θεμέλια της και κλόνισε τους κατοίκους της περιοχής. Ο ίδιος ανέλαβε προσωπικά την υπόθεση και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να συλλάβει τους δράστες. Φημίζονταν για την σκληράδα, την διπλωματία και την υπομονή του. Αν δεν ήταν στην μέση η υπόθεση του Αντεροβγάλτη, ήδη θα είχε ανέλθει στα υψηλά κλιμάκια της ιεραρχίας της Σκότλαντ Γιάρντ. Ας όψεται όμως ο Διάβολος...
Και νά σου τώρα, που τον καλούσε ο ίδιος ο Θεός. Μια εκκλησία κάηκε και ένας από το σινάφι του
παπαδαριού εξαφανίστηκε. Και πρέπει ο ίδιος να βρει το φίδι και να το βγάλει από την τρύπα. Σε μια
σπιθαμή γη, στο Μέϊντα Βέϊλ - ένα μυγόχεσμα στο χάρτη - χτισμένο πάνω στην πέτρα, να είναι
αναγκασμένος ν' ανακρίνει τον κάθε γυφταργύρη, να χαιρετά δια χειραψίας χέρια γεμάτα από ρόζους και
χνούδι από βαμβάκι και να σκονίζεται μέσα στα χωράφια των πατατόκαλλιεργητών. Αυτός ο κόσμος
αντιπροσώπευε το παρελθόν από τ΄οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει. Ήταν κινούμενη άμμος που απειλούσε
να τον συμπαρασύρει στην άβυσσο της ανωνυμίας. Μία προηγούμενη ζωή μέσα σ' ένα όνειρο, γεμάτη
στερήσεις και πόνο, από τ' οποίο ξυπνούσε κάθιδρος κάθε βράδυ. Πτώματα που θέριζαν θανατικό στο
διάβα τους. Δεν έδινε δεκάρα. Καμιά προσευχή για τους πεθαμένους. Δεν τους υπολόγιζε, ούτε τους
συμπονούσε. Τους σιχαίνονταν.
Δύο μέρες εδώ και ήδη του έλειπε το Λονδίνο, η νυχτερινή ζωή και οι γυναίκες.Θύμωνε που έπρεπε να το
υποστεί όλο αυτό.Η θρησκεία ήταν κάτι μακρινό γι' αυτόν. Στην εκκλησία πήγαινε από συνήθεια και το σταυρό
του, τον έκανε μηχανικά. Δεν προσδοκούσε τίποτα από τον Θεό. Γι' αυτόν η κόλαση και ο παράδεισος ήταν οι
δύο πτυχές του ανθρώπου. Πίστευε ότι ζούμε σε μια πλάνη μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Αν υπάρχουν εκ
φύσεως πιστοί, είναι γιατί έχουν υπάρξει πιστοί παρά φύσιν. Κάθε άνθρωπος που γεννιέται μέσα στην θρησκεία, γεννιέται για την θρησκεία. Μαθαίνει να την αγαπά . Άλλωστε το δύσκολο δεν είναι να επιβιώσεις σε τούτο το πλανήτη. Αυτό το καταφέρνουν λίγο πολύ όλοι. Το δύσκολο είναι να συνηθίσεις. Επέμενε στο γεγονός ότι ο φόβος του θανάτου κάνει τον άνθρωπο να στραφεί στον Θεό. Γεννιόμαστε με άγνοια κινδύνου και πεθαίνουμε μετά γνώσεως και φόβου, συνήθιζε να λέει. Και σημείωνε ότι, όπως πριν έρθουμε στο κόσμο αυτό δεν θυμόμαστε τίποτα, παρά μόνο σκοτάδι έτσι συμβαίνει και αφού φύγουμε. Όλο το παιχνίδι γίνεται εδώ και
ο ίδιος δεν έτρεφε αυταπάτες.
Του φαίνονταν λοιπόν αστείο που έπρεπε να παριστάνει τον θεοσεβούμενο και να προσφωνεί Μακαριότατο,
όταν βρίσκεται με κόσμο, το ραμολιμέντο. Άσε την κουστωδία του. Μια ντουζίνα συνταξιούχοι που έχουν
ξεγελάσει τον θάνατο και αντί να κάτσουν στο σπίτι τους, να περιμένουν τον χάρο πίνοντας τσάϊ, πήραν
τους δρόμους και καμώνονται τους ντετέκτιβ. Το χωριό, τους έχει πάρει από φόβο και κάνουν λόγο για
παραληρήματα και μασονείες για μερικούς από δαύτους. Του φόρτωσαν και βοηθό τον Νταν Σίμσον.
Τον θεωρούσε βλακόμουτρο. Μυστακοφόρος, δύο μέτρα μαντράχαλος και κακοτράχαλος. Ανίκανος
να ξεχωρίσει δυο γαϊδουριών άχυρα. Σίγουρα τον έβαλαν για να του δυσκολέψει το έργο. Του κατσικώθηκε
και θά πρεπε τώρα να έχει το νου του και σε αυτόν.
Από τις ανακρίσεις μέχρι στιγμής δεν είχε βγάλει άκρη. Με τον Δήμαρχο αρχικά, ένα σκελετωμένο κοντόσωμο
ανθρωπάριο με στεγνά χείλη και ξεραμένο σάλιο στις άκρες του, δεν περίμενε και πολλά. Άλλωστε η πολιτική
εξουσία πάντα κατάφερνε να συνυπάρχει αρμονικά με την θρησκεία και μάλιστα σε αγαστή συνεργασία.
Το αριστερό χέρι ποτέ δεν σηκώνει να βαρέσει το δεξί. Χτυπάνε και τα δυο τα πόδια. Απ' αυτόν όμως δεν
ζητούσε κάτι παραπάνω. Τον φιλοξενούσε και στο σπίτι του, ένα πραγματικό αρχοντικό χτισμένο στην πέτρα,
και δεν ήθελε να ρισκάρει στα καλά καθούμενα να μείνει σε κάνα υγρό πανδοχείο. Είχε βάλει και στο μάτι
την δημαρχίνα, μια ωραιοπαθή μουστόγρια που δεν την είχαν εγκαταλείψει ακόμα οι χυμοί της και σκόπευε
να τους ρουφήξει πριν εγκαταλείψει μια και καλή αυτό το κωλοχώρι.
Στην συνέχεια ένας τυφλός ποιητής - ονόματι Μπεν - τού 'δωσε κάποιες πληροφορίες, όλες όμως ήξεις αφήξεις. Καμένο χαρτί εξ' αρχής. Άλλωστε τι μπορούσε να περιμένει από έναν γκαβό φανφάρα - με ανόμοια αυτιά και μπιμπίκια στην μούρη μεγάλα σαν κουκούτσια - που δεν δούλεψε ποτέ στην ζωή του, γιατί πιθανόν το μυστρί και το πηλοφόρι κάθονταν βαριά στο πνεύμα του. Παρόλ' αυτά, του έκανε εντύπωση το σπίτι του. Ένα ξεχασμένο ερείπιο του προηγούμενου αιώνα, με ψηλές ξύλινες πόρτες που έτριζαν οι μεντεσέδες,
κακοφωτισμένο με μια μυρωδιά που σου τρύπαγε τα ρουθούνια από λεβάντα, μούχλα και διαβρωμένο
μπαγιάτικο σανίδι.
Τα πάντα, λοιπόν, οδηγούσαν στον καλλιτέχνη Τομ Τράμπλ. Σε αυτήν την φαλακρή ταραντέλα με την μεγάλη
μύτη και το μυτερό πηγούνι που έχασκε μπροστά του όλο νάζι και πόζα. Τους ήξερε καλά κάτι τέτοιους.
Η ζωή, τους είχε ξεράσει γεμάτους απωθημένα. Από την πίτα που μοιράστηκε, τους είχε ξεπέσει μικρό
κομμάτι και έμειναν νηστικοί. Από τότε βάλλονται κατά παντός υπευθύνου και το παίζουν τιμητές των
πάντων. Από αυτούς πίστευε ότι πρέπει να φυλάγεσαι. Και αν έτυχε ποτέ και τους συναντούσε -
όπως καλή ώρα τώρα - ήταν πολύ επιφυλακτικός σε κάθε είδους αβρότητα. Στην χειραψία μάλιστα, που
προηγήθηκε έπιασε τον εαυτό του να μετράει τα δάχτυλά του. Ήδη είχε αρχίσει να βαριέται. Έριχνε που
και που κλεφτές ματιές στο ατελιέ και έψαχνε μια καλή αφορμή να τρυπώσει εκεί μέσα.

-- Κύριε Ουίλλερ με παρακολουθείτε; απόρησε ο Τομ εστιάζοντας στο βλέμμα του επιθεωρητή που έμοιαζε
χαμένο.
-- Με όλες μου τις αισθήσεις! μειδίασε ο Αστυνόμος και καθάρισε τους φακούς των γυαλιών του που είχαν
θαμπώσει από την υγρασία.
-- Ελπίζω όσα σας είπα να φανούν χρήσιμα στην έρευνα που κάνετε για τον δύστυχο τον Ράϊλι...
-- Είστε σίγουρος ότι αυτή την στιγμή δυστυχεί;
-- Επιθεωρητά Ουίλλερ, πάντα θεωρούσα τον Αιδεσιμότατο Ράϊλι δυστυχισμένο για τον δρόμο που έχει
επιλέξει. Αν νομίζετε ότι με αυτά τα λεκτικά τρικ που χρησιμοποιείται θ' αποσπάσετε κάποια ομολογία μου,
την όποια εγώ εξακολουθώ ν' αγνοώ, είστε γελασμένος
-- Συγχωρέστε με κύριε Τράμπλ! Δεν ήθελα να σας προσβάλω και αν το έκανα ζητώ ταπεινά συγνώμη. Λοιπόν,
τι θα λέγατε να μου προσφέρετε αυτό που στην αρχή σας αρνήθηκα;
-- Μα μου είπατε ότι η υπηρεσία σας δεν το επιτρέπει;
-- Αυτό θα είναι το μικρό μας μυστικό!  Τι λέτε?
-- Τότε τιμή μου. Τι θέλετε να πιείτε;
-- Παρακαλώ! Θα πιω ότι πιείτε και 'σεις...
-- Εγώ όταν αρχίζει και σουρουπώνει δοκιμάζω λίγο ουϊσκι...
-- Τι  θεία έμπνευση! Βάλτε λοιπόν και σε μένα, αλλά θα σας παρακαλούσα να μου το αραιώσετε με λίγο νερό
-- Πολύ ωραία. Σε λίγο είμαι πίσω...
-- Κύριε Τράμπλ, θα μπορούσα στο μεσοδιάστημα να ρίξω μια ματιά στο ατελιέ σας;
-- Θα έχει ερευνητικό χαρακτήρα;
-- Προς Θεού...Είμαι λάτρης της Τέχνης και όταν μου δίνεται η ευκαιρία θέλω να την απολαμβάνω
-- Τότε το ατελιέ μου είναι στην διάθεση σας. Πάω να φέρω το ουϊσκι...
-- Με την ησυχία σας...

Όταν έμεινε μόνος τού 'ρθε να βάλει τα γέλια, αλλά συγκρατήθηκε. Άκου λάτρης της Τέχνης... Πως του
είχε 'ρθει αυτό. Η μόνη τέχνη που κατείχε ήταν του έρωτα. Για την ζωγραφική, η μόνη σχέση που είχε ήταν
το άσπρισμα του τοίχου με ασβέστη που είχε δοκιμάσει να βάψει το σπίτι του, στο Λονδίνο. Άνοιξε μια
πόρτα τραβώντας τον σύρτη και βρέθηκε στον χώρο εργασίας αυτού του χλεμπονιάρη. Μια ξύλινη
βιβλιοθήκη με εκατοντάδες βιβλία δέσποζε με την παρουσία της και του 'κοβε την θέα. Άραγε πόσο καιρό
του πήρε για να τα διαβάσει όλα αυτά; αναρωτήθηκε. Χαμένος χρόνος, απάντησε στον εαυτό του. Λίγο πιο
δεξιά υπήρχε ένα καβαλέτο και από κάτω παρατημένη μια παλέτα με ένα ουράνιο τόξο χρωμάτων
σχηματισμένο πάνω της. Πιο πέρα σ' ένα μεγάλο σιδερένιο γραφείο βρίσκονταν σκόρπια πινέλα, μία
σπάτουλα, λάδι ζωγραφικής, μολύβια και γόμα. Η μυρωδιά από διαλυτικό, νέφτι και βενζίνη μπερδεύονταν
με το μουλιασμένο ξύλο και το σαπισμένο σίδερο και οι αναθυμιάσεις του έφεραν προς στιγμή αναγούλα,
γρήγορα όμως αναθάρρησε. Άλλα ήταν και κάτι άλλο. Μια άλλη μυρωδιά, πιο έντονη. Την είχε ξανά μυρίσει
αλλά δεν θυμόταν που. Η ματιά του έπεσε πάνω σε κάτι λερωμένα πανιά και έναν μεγάλο μουσαμά. Κάτω
από αυτόν, σε κάθετη θέση, αναπαύονταν κάμποσες προσωπογραφίες. Εντύπωση του έκανε μία που
παρίστανε έναν επίσκοπο με κόκκινα άμφια, ο οποίος κάθονταν σε μια βελούδινη πολυθρόνα και τα χέρια του
έμοιαζαν με αρπαχτικά πουλιά που το ράμφος τους είχε γαντζωθεί στα μπράτσα της πολυθρόνας. Έδειχνε
λυσσασμένος να παραμείνει πάνω σε αυτήν με κάθε τίμημα. Το πρόσωπο του ήταν σκυθρωπό και τα μάτια
του είχαν κάτι που σε τρόμαζε. Αυτός ο άνθρωπος υπηρετούσε τον Θεό αλλά ήταν ίδιος ο Διάβολος.
Στη σκέψη αυτή ανατρίχιασε.

-- Βλέπω ότι γνωριστήκατε με τον Αιδεσιμότατο Ράϊλι; τον διέκοψε από τις σκέψεις του ο Τομ που στο μεταξύ
είχε εισβάλλει στο ατελιέ του, κρατώντας ένα δίσκο με δύο ποτήρια, ένα μπουκάλι ουϊσκι και λίγο νερό
-- Μα πως...
-- Μην ανησυχείτε δεν είστε ο πρώτος που ξαφνιάζεται. Έπρεπε να δείτε τον ίδιο πως έκανε όταν τον αντίκρισε. Αφρούς έβγαζε από το στόμα του. Ενώ μου είχε ζητήσει να τον ζωγραφίσω, μετά μου τον άφησε αμανάτι.
- Γιατί αυτό;
- Κύριε επιθεωρητά δεν υπάρχει πως και γιατί!  Ας πούμε ότι ο πίνακας αυτός είναι η προσωπική μου εκδοχή
σε αυτό που πρεσβεύει αυτός ο άνθρωπος. Όταν αντίκρισε τον καθρέφτη της ψυχής μου, το αποτέλεσμα δεν του άρεσε. Ορίστε το ουϊσκι σας. Βάλτε όσο νερό εσείς νομίζετε.
Πήρε το ποτό και τράβηξε μια γερή γουλιά. Το οινόπνευμα τού 'καψε τον ουρανίσκο, ζέστανε το λαρύγγι του και
ισοπέδωσε τα σωθικά του. Έβαλε άλλο ένα και άρχισε να χάσκει τους υπόλοιπους πίνακες. Ένας ακόμα του
τράβηξε την προσοχή. Μια μελαχρινή καλλονή μαυρομάτα με βλέμμα λάγνο, τον κοιτούσε με ηδυπάθεια. Να ένα καλό κομμάτι για την συλλογή μου, σκέφτηκε. Όσο και να ήθελε να κρυφτεί μέσα στην ντροπή του, ο Τομ τον πήρε χαμπάρι.
-- Σας κάνει εντύπωση ε; τον ξεμπρόστιασε
-- Ποια είναι; ρώτησε και μετά το μετάνιωσε
-- Η Άννα Τράμπλ!
-- Τράμπλ; Έχετε κάποια συγγένεια μεταξύ σας;
-- Είναι η μικρότερη αδελφή μου!
-- Μένει και αυτή στο χωριό; ξαναρώτησε και ξανά μετάνιωσε
-- Σκοπεύετε να την ανακρίνετε και αυτή, κύριε Επιθεωρητά; κάγχασε ο Τομ
-- Άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου...
-- Είστε απίστευτος. Αρχίζω τελικά να σας συμπαθώ κύριε Ουϊλερ. Τι λέτε δεν αφήνουμε τον πληθυντικό;
-- Θα προτιμούσα για λόγους ευγενείας και μόνο, να μην το κάνουμε.
-- Όπως αγαπάτε...
-- Δεν μου απαντήσατε όμως!
-- Για ποιο πράγμα;
-- Για την αδελφή σας! Μένει εδώ;
-- Εδώ μένει... Τώρα μπορώ να σας δείξω κάτι που ζωγράφισα πριν μια εβδομάδα;
-- Παρακαλώ!

Ο Τομ τράβηξε μια λινάτσα και έκανε την εμφάνιση του ένας πίνακας που δεν είχε καμιά σχέση με
προσωπογραφίες. Για θέμα του είχε μια εκκλησία που είχε αφεθεί στις φλόγες, ενώ κάποιες ανθρώπινες
φιγούρες κείτονταν δεξιά και αριστερά στα χαμένα. Κάτω δεξιά υπήρχε ιδιόχειρο σημείωμα το οποίο έγραφε :
"Έλα να πάμε στα δεσμά μας". Ο επιθεωρητής σάστισε.

-- Τι αστεία είναι αυτά! Κύριε Τράμπλ σας παρακαλώ εξηγηθείτε;
-- Δεν μπορώ να δώσω κάποια εξήγηση. Λίγες μέρες αφότου τελείωσα τον συγκεκριμένο πίνακα έκαψαν την
εκκλησία του χωριού μου...
-- Όλως τυχαίως;
-- Μα αν ήμουν εγώ ο ένοχος, θα κατέστρεφα αυτό τον πίνακα. Δεν θα είχα λόγους να σας τον δείξω...
-- Ίσως το κάνατε για να έχετε άλλοθι σε περίπτωση που τον έβρισκα!
-- Κύριε επιθεωρητά αρκετά με το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Αν έχετε στοιχεία που με ενοχοποιούν σας
προκαλώ! Ανοίξτε τα χαρτιά σας.
-- Ευτυχώς για σας δεν έχω αποδείξεις, παρά μόνο ενδείξεις και...
-- Σάϊμον πέρασε η ώρα... Πείνασα... τους διέκοψε η παρουσία του Νταν ο οποίος χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι είχε εισχωρήσει στο άβατο της ανάκρισης και με μπροστάρη το στομάχι του τά κανε μπάχαλο.
-- Και γω για να 'μαι ειλικρινής έχω κουραστεί! Ας συνεχίσουμε κάποια άλλη στιγμή, συνηγόρησε και ο Τομ
-- Πολύ καλά! αναφώνησε ο επιθεωρητής Σάϊμον Ουϊλερ. Κάποια άλλη στιγμή. Μόνο επιτρέψτε μου κάτι τελευταίο πριν πούμε καληνύχτα.
-- Παρακαλώ;
-- Τι σημαίνει η επιγραφή στον πίνακα;
-- Λέτε για το "Έλα να πάμε στα δεσμά μας";
-- Ακριβώς. Σε ποιον αναφέρεστε;
-- Σε όλους και σε κανέναν. Είναι μια φράση από τον "Βασιλιά Ληρ" του Σαίξπηρ.Το έχετε διαβάσει;
-- Οφείλω να ομολογήσω ότι η λογοτεχνία δεν είναι το φόρτε μου, του ανταπάντησε και ταυτόχρονα δάγκωσε τα χείλη του μετανιώνοντας γι' αυτό που ξεστόμισε.
- Να το διαβάσετε. Αξίζει το κόπο...

Όταν βγήκε στο δρόμο, ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Τα 'χε με τον Νταν.

-- Βρε ζώο, δεν σου 'μάθαν τρόπους στο χωριό σου. Άκου να με προσφωνήσει επί τω έργο Σάϊμον, κοτζάμ
επιθεωρητή!
-- Συμπάθαμε, αλλά το στομάχι μου έχει δεθεί κόμπος! έσκουξε αυτός.
-- Αν σου ξεριζώσω την γλώσσα και στην κάνω κόμπο θα σου πω εγώ! Γαϊδούρι ξεκαπίστρωτο. Ήμουν έτοιμος
να αποσπάσω ομολογία βρε λιμοτάγαρο και μπήκες μέσα και μου τά 'κανες μαντάρα.
-- Αυτός λοιπόν κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά; ρώτησε ο Νταν φυσώντας την μύτη του και ρουφώντας την μύξα του
-- Προς το παρόν είναι ο απαγορευμένος μας καρπός!
-- Ε τότε, τι καθόμαστε... Πάμε να τον συλλάβουμε!
-- Όχι ακόμα ανόητε! Θα περιμένουμε πρώτα να ωριμάσει και έπειτα θα πέσει στα χέρια μας σαν γινομένο φρούτο.
-- Ναι, ναι φρούτο. Αφράτο και γλυκό... Και έχω μια πείνα αδελφέ μου!
-- Σώπασε τώρα και άκουσέ με. Από σήμερα θα γίνεις η σκιά του. Δεν θα τον χάσεις από τα μάτια σου. Θέλω να μου αναφέρεις την κάθε του κίνηση. Που πηγαίνει, ποιον βλέπει, τα πάντα. Αν επιχειρήσει να φύγει από το Μέϊντα Βέϊλ θα τον συλλάβεις. Κατάλαβες;
-- Μείνε ήσυχος...
-- Και προς Θεού, φρόντισε μη σε πάρει χαμπάρι!
-- Παιδιά είμαστε;
-- Μάλλον αυτά θα μου ήταν πιο χρήσιμα! Άλλα τώρα που είπες παιδιά, πως το λένε εκείνο το τσογλάνι που έμεινε
με τον Αιδεσιμότατο Ράϊλι μέχρι αυτός να εξαφανιστεί;
-- Τον Ρομπ εννοείς;
-- Αυτόν. Αύριο πρωϊ πρωϊ θα τον επισκεφτώ. Κάτι μου λέει ότι αυτό το ρεμάλι γνωρίζει περισσότερα από το μπόϊ του
-- Και αυτός ο παπάς ο χριστιανός... Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε!
-- Νταν Σίμσον, αυτό που είπες μόλις τώρα, μπορεί να είναι και η πιο σωστή κουβέντα που ξεστόμισε το στόμα σου
από την ημέρα πού 'ρθαμε σ' αυτόν τον ξερότοπο.
-- Δηλαδή λες να...
-- Εγώ δεν λέω τίποτα.Τα ντοκουμέντα το δείχνουν. Μια εκκλησία καίγεται ολοσχερώς από κάποιον και η
κεφαλή της εξαφανίζεται. Ταξίδι δεν πήγε, αφού τα ρούχα του είναι στην ντουλάπα και τρένο δεν πήρε, την
προσωπική του άμαξα δεν την χρησιμοποίησε και άφησε ένα γράμμα το οποίο ποτέ δεν έστειλε. Άρα...
-- Άρα;
-- Άρα κάποιος τον φύτεψε!
-- Αμάν Παναγιά μου, έκραξε ο Νταν και ένα ρίγος διαπέρασε την ραχοκοκαλιά του, έφτασε μέχρι τον αυχένα και τον μούδιασε.
-- Βέβαια μέχρι να βρούμε το πτώμα του, όλο αυτό είναι μια εικασία, αντέτεινε ο Επιθεωρητής Ουϊλλερ με στόμφο.
-- Και μέχρι τότε τι κάνουμε;
-- Προς το παρόν εγώ θ' αναπαυθώ στο σπίτι του Δήμαρχου και συ φρόντισε να πας κάπου και να φας βασιλικά διότι απ' αύριο θα τρως στο πόδι και στο κατόπι εκείνου του λεχρίτη!
-- Έννοια σου Σάϊμον...
Ναι, σε σένα θα την έχω άθλιο υποκείμενο, σκέφτηκε ο Επιθεωρητής αλλά είπε μόνο καλό βράδυ.

Το σπίτι του Δήμαρχου ήταν στο καλύτερο σημείο στο Μέϊντα Βέϊλ. Πραγματικό φιλέτο. Τα διπλανά σπίτια
φάνταζαν μπροστά σε αυτό, σαν σπιρτόκουτα. Ο Ουϊλλερ άνοιξε την βαριά πόρτα μ' ένα δανεικό κλειδί, που του είχε δώσει ο κύριος Χομπς για να αισθάνεται σαν στο σπίτι του - έτσι του είχε πει - και μπήκε στο σαλόνι. Εκεί βρήκε τον Δήμαρχο με τις πυτζάμες να κάθεται στο δερμάτινο καναπέ του, που βρίσκονταν δίπλα στο τζάκι. Το κάτω μέρος της πιτζάμας το είχε σηκώσει μέχρι τα γόνατα και είχε βάλει τα πόδια του μέσα σε μια λεκάνη με νερό, ενώ δίπλα του καθόταν η γυναίκα του και τού κοβε τα νύχια του δεξιού του χεριού. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν πιασμένα σε κότσο και το χαμόγελο της πρόδιδε μια αλογίσια κίτρινη οδοντοστοιχία. Φορούσε μια ρόμπα που μέσα της συμπιεζόταν ένα περήφανο στήθος που ήθελε να βγει και να χορτάσει χάδια.

-- Κύριε Ουϊλλερ, συγχωρέστε με για το ακατάλληλο της ενδυμασίας μου. Βλέπεται τα πόδια μου πρήζονται
από την ορθοστασία και δεν με κρατάνε.
-- Κύριε Δήμαρχε δεν χρειάζεται να μου απολογείστε. Βρίσκεστε στο σπίτι σας. Εγώ θα πρέπει να σας
ευχαριστήσω για άλλη μια φορά που εκμεταλλεύομαι την φιλοξενία σας!
-- Προς Θεού μην το ξανά πείτε αυτό. Είμαι εδώ για να συνδράμω με όλες μου τις δυνάμεις στην διευκόλυνση
του έργου σας. Πάνω απ' όλα ο νόμος και η τάξη. Έχετε φάει; Μάργκαρετ! Τι με κοιτάς! Στρώσε τραπέζι για
τον Επιθεωρητή μας!
-- Σας παρακαλώ... Μην μπείτε στον κόπο. Εξάλλου δεν πεινάω.Ήταν μια κουραστική μέρα η σημερινή και
αυτό που θέλω είναι να ξαπλώσω το συντομότερο. Βλέπετε, υποφέρω από ρευματισμούς και οι γιατροί
μου έχουν συστήσει να ξεκουράζομαι.
-- Ρευματισμούς είπατε; Μα τι τύχη είναι αυτή! Η Μάργκαρετ είναι ειδήμων στις βεντούζες. Αν σας ρίξει
κάμποσες από δαύτες θα γίνετε περδίκι.
-- Τώρα ποιος θα ρίξει βεντούζες σε ποιον είναι ένα θέμα! ψιθύρισε ο Επιθεωρητής
-- Τι είπατε Επιθεωρητά μου;
-- Πολύ καλή ιδέα αλλά κάποια άλλη στιγμή...
-- Τι λέτε για αύριο; Εγώ θα λείπω βέβαια, αλλά μεταξύ θεραπευτή και ασθενή η παρουσία μου είναι
περιττή. Στους δύο, τρίτος δεν χωρεί.
-- Τα θέλει και σένα ο κώλος σου βλέπω! μονολόγησε ο Ουϊλλερ και κοίταξε πονηρά την Μάργκαρετ
η οποία με το βλέμμα της έδειξε να πιάνει πουλιά στον αέρα.
-- Πάλι δεν σας άκουσα Επιθεωρητά μου, στέναξε ο Δήμαρχος. Μιλάτε από μέσα σας και θα σας
μαλώσω, συνέχισε κουνώντας τον δείκτη του αριστερού του χεριού λες και είχε απέναντί του ανήλικο παιδί
που έκανε κάποια σκανταλιά.
-- Είπα ότι είμαι ταπεινός σας δούλος και θα κάνω ότι μου πείτε, είπε ο Ουϊλλερ διπλωματικά και κοιτάχτηκαν
με την Μάργκαρετ συνωμοτικά.
-- Λαμπρά! Πως πάμε με τις ανακρίσεις; σοβάρεψε ξαφνικά ο Δήμαρχος και συνοφρυώθηκε
-- Ακόμα τίποτα κύριε Χομπς... Προχωρούν βραδέως! του το ξέκοψε, θέλοντας να μείνει κρυφή η
στιχομυθία του με τον Τομ Τραμπλ
-- Σπεύδε βραδέως δεν λέγανε οι αρχαίοι Έλληνες; Καλύτερα έτσι. Με αυτό τον τρόπο ελαχιστοποιούνται
τα λάθη, αντέτεινε ο Δήμαρχος ο οποίος στο μεταξύ είχε βγάλει τα πόδια του και τα στέγνωνε με μια
πράσινη βαμβακερή πετσέτα.
-- Κάπως έτσι... Πριν σας καληνυχτίσω θά θελα να σας ρωτήσω κάτι
-- Παρακαλώ επιθεωρητά μου! Είμαι στην διάθεση σας
-- Βλέπω ότι η βιβλιοθήκη σας έχει πολλά βιβλία. Δυσκολεύομαι με τον ύπνο και συνήθως διαβάζω κάτι
πριν κοιμηθώ. Θα μπορούσατε να μου δανείσετε κάποιο;
-- Με μεγάλη μου χαρά. Δεν θέλω να το παινευτώ, αλλά η βιβλιοθήκη μου είναι η μεγαλύτερη στο Μέϊντα
Βέϊλ. Πείτε μου ποιο θέλετε και είναι δικό σας!
-- Τον "Βασιλιά Ληρ" του Σαίξπηρ
-- Κύριε Επιθεωρητά πως τολμάτε; Η βιβλιοθήκη μου είναι γεμάτη από βιβλία των Πατέρων της Εκκλησίας.
Εκεί δεν έχουν θέση μιάσματα φθηνών και λαϊκών θεατρίνων και είμαι πολύ περήφανος γι' αυτό.
-- Κύριε Δήμαρχε, σας ζητώ συγνώμη αν σας έθιξα και ζητώ πολύ ευγενικά να το ξεχάσουμε και να
θεωρήσουμε το συμβάν λήξαν.
-- Δέχομαι την συγνώμη και σας κάνω και ένα δώρο, έκανε ο Δήμαρχος και με την πιτζάμα πλέον
φορεμένη σωστά, βάδισε νωχελικά μέχρι την βιβλιοθήκη, τράβηξε ένα ογκώδες βιβλίο με βαρύ
εξώφυλλο και τό δωσε στον Επιθεωρητή ο οποίος, αδυνατώντας να το κρατήσει με το ένα χέρι,
χρησιμοποίησε και το άλλο μοιάζοντας για λίγο με κατάδικο σε κάτεργο που κουβαλά τις αλυσίδες του.
Διάβασε τον τίτλο: "Η ζωή και το έργο του Οσίου Παταπίου".Τελικά είχε μπλέξει για τα καλά.
Καληνύχτισε τον Δήμαρχο και τράβηξε για το δωμάτιο του.
-- Καλό βράδυ Επιθεωρητά μου και όταν το διαβάσετε, ενημερώστε με για να σας δώσω και τον δεύτερο
τόμο ο οποίος θα σας αρέσει εξίσου
-- Ναι, αυτόν τον καημό είχα κόπανε! μουρμούρησε θυμωμένα αυτός, ανεβαίνοντας τα σκαλιά
-- Τι είπατε πάλι; απόρησε ο Δήμαρχος
-- Δεν θα αμελήσω...

Όταν μπήκε στο δωμάτιο του, πέταξε το βιβλίο σε μια γωνιά. Αυτό με την σειρά του έκανε κρότο στο ξύλινο
πάτωμα και έμεινε παρατημένο εκεί. Έβγαλε το παλτό του και την ρεπούμπλικα και τα κρέμασε σ' έναν
σιδερένιο καλόγερο που βρήκε πίσω από την πόρτα. Ξάπλωσε με τα υπόλοιπα ρούχα και τα παπούτσια
στο κρεβάτι και έβγαλε την κεχριμπαρένια του καπνόσύραγγα για να καπνίσει. Γέμισε με καπνό το μπολ
από ρητίνη και άναψε μ' ένα σπίρτο. Ήπιε το καπνό του και έπεσε σε συλλογισμούς. Το δίχως άλλο,
έπρεπε να βρει τρόπο να ξεφορτωθεί τους ρουφιάνους του γέρο τράγου, γιατί του είχαν καθίσει στο σβέρκο.
Έπειτα, θά στελνε πόρισμα στον τελευταίο - που θα το κοινοποιούσε και στον μπούλη τον προϊστάμενο του
- στο οποίο θά γραφε αυτά που θα ήθελαν ν' ακούσουν. Χρόνια στο κουρμπέτι, σε κάτι τέτοια ευτυχώς ήταν
μανούλα. Στους υπόλοιπους θά σφιγγε τα λουριά και θα κανε παιχνίδι με την Άννα. Έκλεισε τα μάτια
και φαντάστηκε πως την έκανε δική του...
-- Αν καπνίζετε κύριε επιθεωρητά, θα σας παρακαλούσα αφού τελειώσετε να ρίξετε λίγο λάβδανο, διότι
η Μάργκαρετ υποφέρει από άσθμα. Θα το βρείτε στο πρώτο συρτάρι του κομοδίνου σας, τον διέκοψε ο
Δήμαρχος από τον πλασματικό έρωτα με την εικόνα του.
Προφανώς είχε μυρίσει τον καπνό, του χτύπησε την πόρτα και του εφιστούσε την προσοχή. Ο
επιθεωρητής με την σειρά του, πειθάρχησε στην επιθυμία του κύριου Χομπς και βάλθηκε να καθαρίσει
την πίπα του. Λιβάνισε το χώρο γύρω του και πέρασε γενεές δεκατέσσερις το χούφταλο και την ασθματική
κυρά του. Και τότε ξαφνικά τού 'ρθαν όλα. Η μυρωδιά στο σπίτι του Τομ Τράμπλ... Που δεν θυμόταν που
την είχε μυρίσει... Το λάβδανο... Αλλά όχι λιβάνι... Κάτι άλλο... Η μυρωδιά σ' εκείνο το χαμαιτυπείο στην 
Όξφορντ Στρητ, στο Λονδίνο...
-- Όπιο... Ναι όπιο! Τομ Τράμπλ σ΄έχω στο χέρι!  Άννα είσαι δική μου! κραύγασε και άρχισε να χορεύει
σαν τρελός.
Η διαμονή του στο Μέϊντα Βέϊλ, είχε αρχίσει ν' αποκτά νόημα.


Βασισμένο σε μια ιδέα του Δ.Θ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου