Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Άνοιξε πλώρη


Να πως άρχισε. Ο Παναής ο Καπαμάς, Μπεχλιβανίδης στην ταυτότητα, ερχόμενος από την Σμύρνη το είκοσι δυο με κάμποσα άλλα φουκαραδάκια δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Κατέληξε στο λιμάνι του Πειραιά να ξεφορτώνει καφάσια. Οι φαρδιές πλάτες και τα καρδαμωμένα του χέρια τον πλήρωναν τέσσερα τάληρα την μέρα και έτσι γάζωνε την φόδρα και γέμιζε την κάλτσα. Νοίκιασε μια τρύπα στα Παλούκια, τακίμιασε με την Πελαγία που δούλευε ολημερίς στη σκάφη και έκανε ράφι. Δεν χρειάζονταν να είσαι αετός νυχάτος για να καταλάβεις ότι με δύο ακόμα τάληρα, το σύνολο έξι, από το πλυσταριό της κυράς του δεν είχε μέλλον το τσαρδί. Και μια και ο Παναής δεν ήταν σγούμπος το ανθίστηκε από νωρίς το έργο και μόλις βρήκε ευκαιρία μπαρκάρησε για Αουστράλια. Η κυρά Πελαγία δυο μέρες τον έψαχνε στο λιμάνι και στις γειτονιές του Πειραιά.
- Μην είδατε τον Παναή; ρωτούσε και ξαναρωτούσε. Θαρρώ από κει βγήκε η φράση.
Αλλά που Παναής. Μπουχός. Δεν τον ξανάδε από τότε. Και σαν να μην έφτανε αυτό της άφησε και ακούμπι στην κοιλιά ένα αυτόγραφο. Η ίδια όταν το ανακάλυψε σκέφτηκε στην αρχή να το ρίξει αλλά σουγιάδιασμα στην μήτρα σήμαινε έναν παππού το λιγότερο και μέχρι να το μαζέψει, το δόλιο στην κοιλιά θα είχε πάει φαντάρος. Έτσι αποφάσισε να το κρατήσει και έχει ο Θεός... 
Τελικά όπως αποδείχτηκε ο Θεός πάντα έχει αλλά δεν έφτανε για την Πελαγία. Πάνω στην γέννα τίναξε τα πέταλα και μετέβη εις τόπον χλοερόν. Λίγο πριν είχε κάνει το χρέος της και είχε φέρει στο μάταιο τούτο κόσμο ένα αγοράκι. Μια γειτόνισσα που έτυχε να είναι λεχώνα του πρόσφερε το πρώτο γεύμα από το βυζί της. Αυτό λαίμαργο καθώς ήταν ήπιε ένα σκασμό γάλα. Είχε σουφρώσει τη θηλή με τέτοιο τρόπο που δύο γριές μαζί με την μαμή δεινοπάθησαν μέχρι να το τραβήξουν από κει.  - Δες τι τζαναμπέτικο που είναι; αναρωτήθηκαν όλες. Δεν σταματά να ρουφά!  Και έτσι τονέ βγάλανε Σταμάτη. 
Ο Σταμάτης μεγάλωσε στο πεζοδρόμιο. Σχολείο δεν πήγε. Έτρωγε από τα περισσεύματα της γειτονιάς και από τα συσσίτια της εκκλησίας. Μόλις έκλεισε τα οχτώ ήταν ο πρώτος μπουγαδοκλέφτης. Χωνόνταν στις αυλές και δεν άφηνε απλωμένο. Τα σκότωνε σε έναν παλιατζή και κονόμαγε τρία τάληρα το κοφίνι. Σε μια μπούκα τον δεμάτιασε το Ανηλίκων και τον έχωσε σε ίδρυμα. Εκεί πήρε το πτυχίο του. Τά μαθε όλα μέχρι ψίχα μύγδαλο. Πως να δουλεύει το λακρεντί, να ρίχνει τον παπά, να δουλεύει λάχανα, να κλέβει παντόφλες, να ρίχνει κοκκαλιές στην μπαρμπουτιέρα και να φέρνει βόλτες την κουβέρτα, να δουλεύει το μπιτσάκι, να κόβει δοντιές, να την φουντώνει, να σπάει την λευκή, να σχίζεται για την μελαχροινή, να πνίγει το οινόπνευμα στο λαρύγγι του, να κοροϊδεύει τις μπασκίνες και να σηκώνει από την τσόχα όλο το καναβούρι με την καλλιόπη και το χτένι. Μπήκε στο ίδρυμα παιδί της άφρας και βγήκε παιδί της λίγδας. Συνέχισε το μεταπτυχιακό του στον στρατό. Σε ηλικία είκοσι δύο χρονών ήταν ήδη μαβιά βούλα. Ο Σταμάτης ο Αδιάβροχος με το όνομα. Ακριδάτος και αλαφροϊσκιωτος. Όταν έκανε κέφι άδειαζε καφενείο για ν' απολαύσει το καφεδάκι του ήσυχα και κιμπάρικα. Όποιο γυναικάκι γούσταρε το χε και όποιο δεν καθότανε καλά και έπαιζε το ματάκι του, έπεφτε τέτοια φάπα που αλλοιθώριζε. Πίστευε ότι ο μάγκας ο σωστός και θα ξενοκοιτάξει και θα ξενοπηδήξει. Και το καθαρό του θα πιει και την φουντανέλα του θα ρουφήξει. Και τα ζάρια θα σπάσει και τον Ρήγα θα κόψει. Και στα κουτούκια θα αλητέψει και τις ζημιές του άμα λάχει θα της κάνει. Με το μεροκάματο δεν πας μπροστά και αν γουστάρεις ασημένια τσέπη πρέπει να βλεφαριάζεις μεγάλα λουκούμια. Μαζί με τον Ηλία τον Υδράργυρο και τον Μπάμπη τον Σκέτο ήταν η Αγία Τριάς στα Ταμπούρια. Λίγο πριν κλείσει τα είκοσι πέντε είχε προλάβει να κάνει και το αγροτικό του στις φυλακές της Τίρυνθας επειδή μαχαίρωσε έναν άλλο μάγκα πριν εκείνος προλάβει να τον πυροβολήσει. Ήταν σε άμυνα και ο πρότερος "έντιμος" βίος του στέρησε χρόνια δύο. 
- Την επόμενη φορά τα ισόβια δεν τα γλυτώνεις του διεμήνυσαν οι μαύροι στα κουνουπάτα. 
Με το που βγήκε καθαρός στην πιάτσα δάγκωσε την λαμαρίνα με την Βασιλική, μοδιστράκι φίνο και το περπάτησαν αγκαζέ το καλντερίμι. Κοντά στο χρόνο το λοιπόν, σκάει μύτη ο Μπάμπης ο Σκέτος τον βεντουζιάζει και τον ψύνει για μια φτιάξη που αν ρολάρει θα δέσουν κόμπο ναυτικό για μια ζωή. Τον θέλει για να κουμαντάρει τα κόζα καθότι μυαλό ξουράφι και ακονισμένο. Η μάντρα όμως έχει φράχτη, τουτέστιν πρέπει να κουβαλούν πάνω τους σιδερικά και εκεί ο Σταμάτης το σκέφτεται δις καθότι αν το σίδερο το κουβαλήσεις πρέπει και να το κελαϊδήσεις. Παραμονές της φτιάξης και η Βασιλική του ξηγιέται ότι σε εφτά μήνες θα κρατάει πιστό του αντίγραφο στην αγκαλιά της και εκείνο το βράδυ ο Σταμάτης μένει ξάγρυπνος και το πρωϊ είναι άφαντος. Και κοιτά να δεις τώρα τι γίνεται. Στην φτιάξη τα ξημερώματα οι μπασκίνες ήταν στάκαμαν. Τα σιδερικά κελάϊδησαν, τον Μπάμπη τον Σκέτο τον ξάπλωσαν και τους υπόλοιπους τους μπουζουριάσαν και φάγαν ισόβια. Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων ο Ηλίας ο Υδράργυρος τα είχε κάνει τάτσι μίτσι κότσι με τους μαύρους και είχε ανοίξει τον υπόνομο. Πράγμα ασυγχώρητο για έναν μάγκα από τα Ταμπούρια. Τα γραμμάτια του τα ξόφλησαν λίγους μήνες μετά τα αδέλφια του Σκέτου όταν τον πέτυχαν και του έξυσαν την πλάτη με ένα κουζινομάχαιρο. Ο Σταμάτης δεν πήρε μέρος στην φτιάξη. Το ξημέρωμα τον βρήκε στο Πέραμα να κοιτά τα καράβια, να καπνίζει σέρτικο και να κλαίει απαρηγόρητος. Όταν γύρισε στην Βασιλική τις είχε πάρει τις αποφάσεις του. Θα χώριζε γαβάθες με το παρελθόν. Την πήρε μαζί του και έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση. 
Σήμερα ο κυρ Σταμάτης κάθεται στο καφενείο. Ο κόσμος να χάνεται δίπλα του αυτός εκεί. Το κομπολόϊ του, το τσιγάρο του. Η κυρά Βασιλικούλα τον περιμένει σπίτι. Γερνάνε μαζί. Θα πεθάνουν χώρια. Στο γιο του πέρα από το βαφτιστικό όνομα, τού βγαλε και ψευδώνυμο. Επειδή τα ισόβια δεσμά τα γλύτωσε εξαιτίας του και επειδή αλυσοδέθηκε μαζί του για το υπόλοιπο της ζωής του, τον είπε Ισοβίτη και έλαχε τώρα αυτός ο μάγκας να είναι ο κολλητός μου κοντά τώρα τριάντα χρόνια...

...αφιερωμένο στον Ν.Τ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου