Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Σαρανταέξι

Αναπνέω και πονάω. Ο νάρθηκας με ενοχλεί. Θέλω να τον βγάλω αλλά θα πρέπει να τον υποστώ για λίγες μέρες. Το πρήξιμο στα χείλη εξαφανίζεται σιγά σιγά και το μούδιασμα από την ξυλοκαίνη* είναι τόσο έντονο που τα ράμματα δεν τα αισθάνομαι καθόλου. Είναι εκεί όμως. Μάρτυς μου η γλώσσα. Η ένεση στο άνω χείλος, μου έφερε δάκρυα στα μάτια. Δεν το περίμενα. Σε μια τόσο μικρή περιοχή γύρω από το στόμα να μαζεύονται τόσα πολλά νεύρα και να πρέπει να νεκρωθούν για λίγο. Να κάνουν ησυχία. Για να κουρνιάσει από πάνω τους η κλωστή έξι φορές και να μείνει μαζί τους για μια εβδομάδα. Αυτό που με τρελαίνει πιο πολύ, είναι ένα μικρό καρούμπαλο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου. Με σφίγγει σαν μέγκενη*. Δε μπορώ να θυμηθώ τι το προκάλεσε. Μάλλον από την πτώση θα βρήκε κάπου. Ο εφημερεύων γιατρός όταν με είδε, απηύδησε. Με ρώτησε τι γυρεύω εκεί με αυτά τα χάλια και όταν απόρησα που να πάω, η απάντηση του ήταν στη σκουπιδιάρα. Βλέπετε τελείωνε μια ήσυχη βάρδια και στο παραπέντε του λάχαινε συναρμολόγηση και επανάληψη στην ανατομία άλφα και βήτα. Με λυπήθηκε όμως, όταν του είπα πως ήταν η τελευταία μου ελπίδα πριν κινήσω για την χωματερή. Μου έκανε εξετάσεις επί εξετάσεων και στο τέλος απεφάνθη. Κλειστό κάταγμα σε δύο πλευρά,μερικό σκίσιμο του άνω χείλους και μια ελαφριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση στην ινιακή χώρα.
Μεγάλη εντύπωση του έκαναν τα ταλαιπωρημένα μου πλευρά στο σύνολο τους.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα κακομάθαινα. Είχαν εκπαιδευτεί παλιότερα πάνω
στο ρινγκ σε συνθήκες αγώνα. Στην προσπάθεια που έκανα να εισακουστεί η κυρά
Άννα και να μην μου χαλάσουν το πρόσωπο, το προστάτευα με τα χέρια μου και άφηνα
ακάλυπτα τα πλευρά μου με αποτέλεσμα να ακτινογραφούνται συνεχώς. Το ξύλο και η
γυμναστική τα έκανε αναίσθητα. Ικανά να μη νοιώθουν πόνο. Όταν στην συνέχεια θέλησα
να κάνω το ίδιο και στο κεφάλι συνειδητοποίησα μια βασική διαφορά. Εδώ ο πόνος
ισοδυναμούσε με το θάνατο. Και κάπως έτσι σταμάτησα να πυγμαχώ. Αντιβίωση
για μια εβδομάδα και παυσίπονα για όσο χρειαστεί, λοιπόν, ήταν το δώρο
του γιατρού και με την ευχή να προσέχω στο εξής, με ξεπροβόδισε. Στην
απορία του γιατί δεν είναι κανείς μαζί μου, του απάντησα ότι σε αυτή τη
ζωή μόνοι μας ερχόμαστε και μόνοι μας φεύγουμε. Με έβαλε σε ένα ταξί
και χωρίσαμε.
Είναι η δεύτερη μέρα σήμερα. Δεν έχω μιλήσει με κανέναν. Ξαπλωμένος και
χαμένος στις σκέψεις μου. Η μοναδική μου έγνοια πως να χορτάσω το
πληγωμένο μου στομάχι. Ελπίζω να μη με ξεχάσει ο Κοσμάς. Με την
"Μεταμόρφωση" του Franz Kafka  άνα χείρας και το "Halo" των Depeche Mode
διασκευασμένο από τον Goldfrapp στο ράδιο ξεγελώ τον χρόνο. Το κινητό
μου χτυπά. Ό Άγγελος με ψάχνει από χθες. Σκόπιμα δεν το σηκώνω. Σίγουρα
ξέρει. Τα άσχημα νέα μαθαίνονται γρήγορα και αυτός ο μπάσταρδος είναι
πολύ πεισματάρης. Κάποια στιγμή σταματά. Επιτέλους.
- Άραγε τι με ενοχλεί πιο πολύ και τον αποφεύγω?
- Η κατήχηση?
- Να μη με δει σε αυτή την κατάσταση?
- Τι από όλα?
Μπροστά στο αίνιγμα βάζω ένα Dimple με πάγο. Δεν πα να γαμηθούν και τα φάρμακα.
Σήμερα το έχω ανάγκη περισσότερο από ποτέ. Λίγα λεπτά αργότερα χτυπά το κουδούνι.
Από το θυροτηλέφωνο τον βλέπω. Είναι σε έξαλλη κατάσταση
- Ανοιξέ μου γιατί δεν το χω και πολύ να χτυπάω το κουδούνι όλη νύχτα? φωνάζει λυσασμένα
Οκ, λοιπόν, αφού πας γυρεύοντας ανέβα να δούμε τι θα καταλάβεις.
Δευτερόλεπτα μετά περνά το κατώφλι μου. Στη θέα που αντικρύζει τα χάνει.
Ήταν προετοιμασμένος για κάτι άλλο και του είναι αδύνατο να
συγκρατηθεί. Πνίγει το βούρκο στα μάτια του και ψιθυρίζει
- Πως είσαι?
- Πως φαίνομαι?
- Σαν να πέρασες από μηχανή του κιμά
- Μήπως υπερβάλλεις λίγο?
- Στέφανε, μα το θεό, θα σε πλακώσω στις μπουνιές. Δεν ξέρω τι με σταματά και δεν το κάνω
- Δύο σπασμένα πλευρά?
- Από τοκογλύφους ρε? Αυτοί σου πίνουν το αίμα και σε καθαρίζουν μέρα μεσημέρι
- Ίσως χρειάζομαι ένα στεγνό καθάρισμα
- Πόσα είναι?
- Δεν σε αφορά.
- Λέγε πόσα είναι?
- Δικός μου λογαριασμός
- Όχι, ρε γαμημένε παρτάκια είναι και δικός μου
- Από πότε?
- Από τη στιγμή που πέθανε η κυρά Δέσποινα
- Τι σχέση έχει τώρα η μάνα σου?
- Από την στιγμή λοιπόν που πέθανε, ο μόνος που έχω να μου θυμίζει ποιος είμαι, είσαι συ
- Ξεπέρασε το
- Δεν το κάνω για σένα ψωροπερήφανε. Το κάνω για μένα
- Εγώ έμπλεξα, εγώ θα ξεμπλέξω
- Γιατί δεν ήρθες σε μένα?
- Δεν ήθελα. Μπορούμε να αλλάξουμε κουβέντα
- Ηρέμησε. Δεν ήρθα για αυτό
- Γιατί ήρθες?
- Βάλε μου να πιω. Το σηκώνει η περίσταση
Του βάζω ένα από αυτό που πίνω και τσουγκρίζουμε. Άσπρο πάτο.
- Στέφανε... παντρεύομαι
- Αυτή το ξέρει?
- Σοβαρά τώρα. Χθες της έκανα πρόταση γάμου και την δέχτηκε. Σε τρεις εβδομάδες ανεβαίνουμε τα σκαλιά της εκκλησίας
- Ποιος βιάζεται?
- Εγώ, φοβάμαι μην το μετανοιώσει
- Τον εαυτό σου δεν το φοβάσαι?
- Τον τρέμω... μακριά της
- Την ξέρω?
- Και από την καλή και από την ανάποδη
- Ποια είναι?
- Η Ζωή
- Η Ζωή?
- Ναι δεν σου κάνει?
- Πως... θα μπορούσα να την ερωτευτώ την Ζωή σου
- Αλλά?
- Δεν υπάρχει αλλά. Τελεία. Και τι θες από μένα?
- Να μας παντρέψεις?
- Νομίζω ότι δεν είμαι και η καλύτερη επιλογή
- Αυτό άστο να το κρίνω εγώ
- Σίγουρα?
- Στέφανε σπαταλάμε το χρόνο μας να κυνηγάμε γυναίκες, δουλειές, λεφτά, ευκαιρίες, προσφορές, τύχη, σπίτια, δάνεια, φιλοδοξίες, οράματα και χάνουμε την ουσία.
- Και ποια είναι αυτή?
- Εσύ και γω
Τον κοιτώ στα μάτια. Θα πρέπει να ναι σήμερα η μέρα της αλήθειας. Και
για τους δυο. Η αλήθεια είναι ξυράφι. Σε πονά και σε λυτρώνει. Για λίγο
μένουμε αμίλητοι. Απλά πίνουμε και το "That i would be good" της Alanis
Morissette σιγά σιγά ανεβάζει στροφές.
- Λοιπόν?
- Λοιπόν τι?
- Θα μας παντρέψεις?
- Είσαι ερωτευμένος μαζί της?
- Είμαι δυστυχισμένος μακριά της
- Και αν όλο αυτό είναι μια φούσκα?
- Θα πάω και ας μου βγει και σε κακό*...
- Τότε πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου γιατί εκείνη την μέρα ο κουμπάρος σου, θα κλέψει την παράσταση
- Έλα δω βρε καργιόλη!
Αγκαλιαζόμαστε και τότε συμβαίνει κάτι περίεργο. Αρχίζει να κλαίει με
λυγμούς. Και όσο κλαίει τόσο να με σφίγγει. Τα κόκκαλα μου, που με τόσο
κόπο είχε βάλει σε τάξη και αρμονία ο γιατρός ξεκινάνε να τρίζουν. Και
κει που ετοιμάζονται να σκορπίσουν σα ντόμινο ξαφνικά με αφήνει.
- Βλέπεις κάποιοι δεν κρύβονται για να κλάψουν
- Και είναι μακάριοι
- Στέφανε, εσύ είσαι η οικογένεια μου. Μόνο εσένα έχω
- Δεν έχεις μόνο εμένα. Έχεις και τη Ζωή
- Ξέρεις τι εννοώ...
- Σώπασε... ξέρω
- Άσε με να σε βοηθήσω
- Αυτός που δε μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του είναι άξιος της μοίρας του
- Είσαι σκληρός και αγύριστο κεφάλι.
Σηκώνεται και κατευθύνεται στη πόρτα
- Φεύγεις?
- Αφού δε βρίσκω άκρη εδώ, θα την βρω αλλού
- Τι σημαίνει αυτό?
- Είδες πόσο ενοχλητικό είναι να είμαι εσύ
- Πως είμαι εγώ?
- Να μιλάς με γρίφους και να κάνεις ότι θέλεις χωρίς να δίνεις λογαριασμό σε κανέναν.
- Έτσι είμαι?
- Έτσι και χειρότερα. Και αρχίζει να μου αρέσει
- Ποιο πράγμα?
- Να είμαι εσύ
- Άγγελε, μείνε. Μη φεύγεις
- Στέφανε, ξεκουράσου. Θα περάσω το πρωί με την Ζωή για να σου το ανακοινώσουμε μαζί. Παίξτο έκπληκτος. Το νου σου..
Εξαφανίζεται όπως ήρθε. Στα ξαφνικά.
- Τι εννοούσε?
Δεν μπαίνω καν στο κόπο να σκεφτώ τα λόγια του. Είμαι μεθυσμένος και δεν
πονάω πλέον. Αναρωτιέμαι αν είναι τα παυσίπονα ή το οινόπνευμα ο λόγος. Μετά
από λίγες ώρες ένα λαχταριστό παστίτσιο στολίζει το ταλαιπωρημένο μου
στομάχι. Ας είναι καλά ο Κοσμάς και οι γαστρονομικές του ανησυχίες. Με
χορτάτη τη κοιλιά, αποξενωμένο το σώμα από τον πόνο, οξύ πνεύμα χαζεύω
το ημερολόγιο που δείχνει 22 του μήνα και μαζεύω ότι θάρρος μου
απέμεινε για την τελική αναμέτρηση. Ή θα αναγεννηθώ από τις στάχτες
μου ή θα χαθώ με αυτές. Χάνω ήδη ένα γύρο άλλα ένας αγώνας τελειώνει
μόνο αν βγεις νοκ άουτ*. Και δεν σκοπεύω να τους κάνω τη χάρη. Όσο με
κρατούν τα πόδια μου θα παλεύω. Σχηματίζω στο καντράν του τηλεφώνου
το νούμερο του Σπαζοκεφαλιά. Δεν έχω ιδέα τι θα του πω και όπως πάντα
ετοιμάζομαι να αυτοσχεδιάσω. Καλεί. Στα δύο χτυπήματα η φωνή του με
στριμώχνει στα σχοινιά
- Μη ξαναπάρεις σε αυτό το νούμερο, απαιτεί και μου το κλείνει
Σε λιγότερο από ένα λεπτό με καλεί από απόρρητο αριθμό. Το σηκώνω
- Τι με θες? απορεί
- Για το χρέος
- Δεν μου χρωστάς τίποτα!!
Δεξί ντιρέκτ με βρίσκει στο αριστερό μάγουλο
- Δεν καταλαβαίνω?
- Κάποιος το αγόρασε. Οπότε τώρα χρωστάς σε αυτόν
Αριστερό κροσέ με βρίσκει στο λοβό του δεξιού αφτιού
- Και ποιος είναι αυτός?
- Φάντασμα. Όλα τα λεφτά συν τους τόκους κατατέθηκαν σε εικονικό τραπεζικό λογαριασμό και αυτός μας έδωσε κωδικούς για να τα σηκώσουμε.Σε δύο ώρες το χρέος σου δεν υπήρχε. Σαν και αυτόν
Δεξί άπερκατ με βρίσκει λίγο πάνω από το σαγόνι και με ξαπλώνει στο
καναβάτσο*. Ο διαιτητής μετρά αντίστροφα
- Να με συγχωρείς αν σε στρίμωξα λίγο παραπάνω?
- Μπα, χαρά μου να τα λέω με τα κορίτσια σου
Σα να σαλεύω
- Μείνε μακριά. Την επόμενη φορά θα αναστενάξεις
- Είσαι μικρός και δε χωράς τον αναστεναγμό μου**
Σηκώνομαι. Ο διαιτητής έρχεται μπροστά μου και με τσεκάρει. Παίρνω βαθιά
ανάσα. Χτυπώ τα χέρια μου με τα γάντια. Δαγκώνω τη μασέλα και αρχίζω να
κινούμαι με μικρούς ελιγμούς περιστροφικά. Το χέρι είναι πιο γρήγορο από
το μάτι. Δεξί - αριστερό, δεξί - αριστερό. Σώμα, σώμα, κεφάλι. Σώμα, σώμα, κεφάλι.
Είμαι όρθιος στο καναβάτσο. Ζωντανός. Βγάζω φωτιές και περιμένω. Για
κοπιάστε...




*Ξυλοκαίνη = Αναισθητικό φάρμακο
*Μέγκενη = Από την ισπανική λέξη máquina. Εργαλείο που συσφίγγει τα ξύλα ή τα
μέταλλα την ώρα που τα επεξεργάζονται οι τεχνίτες.
*Στίχος του Νίκου Παπάζογλου από τον "Αύγουστο"
*Νοκ άουτ = Αγγλική λέξη knockout που θα πει χαριστική βολή.
*Καναβάτσο = Από την ιταλική λέξη canavaccio που θα πει σκληρό ύφασμα από ίνες
κανναβιού η λιναριού. Το δάπεδο του ρινγκ.
**Στίχος του Τάσου Λειβαδίτη από το "Βρέχει στη φτωχογειτονιά"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου