Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Τριανταεφτά


"Κλείνω τα μάτια και νομίζω πως θα ξυπνήσω κάπου αλλού, μα όταν τα ανοίγω και κοιτάω χάνω τη σκέψη, χάνω το νου..."
Η ατάκα αυτή είναι γραμμένη έξω από ένα κουτί παπουτσιών. Εκεί μέσα στριμώχνονται και σκονίζονται, κοντά τώρα μια δεκαετία, αναμνήσεις και εμπειρίες από το στρατό.Λένε πολλοί, πως η παραμονή σου εκεί σε κάνει άντρα, ενώ αυτοί που τον απέφυγαν μένουν με το στίγμα*. Εγώ για να είμαι ειλικρινής φορώντας τη παραλλαγή δεν ένοιωσα περισσότερο άντρας και επειδή ο Άγγελος και ο Πέτρος κατάφεραν και δεν την έβαλαν σας διαβεβαιώνω πως δεν έχουν καμιά διαφορά από μένα. Ίσως οι ίδιοι να νομίζουν ότι διαφέρουν. Σα νεοσύλλεκτος παρουσιάστηκα το 2003 στη Κόρινθο και μετά από δύο μήνες πήρα μετάθεση για τη Σάμο. Από κει απολύθηκα. Έκανα σύνολο 18 μήνες. Το παράδοξο είναι ότι λίγους μήνες μετά, οι τζουτζέδες* του Υπουργείου Άμυνας μείωσαν την θητεία στο μισό. Περίμεναν εμένα μάλλον να φύγω. Ποτέ δεν κατάλαβα την ανούσια παρουσία μου στο στρατό σε βάρος της αδικαιολόγητης απουσίας μου από τη ζωή. Αυτά που σου λείπουν εκεί πάρα πολύ, είναι πράγματα αυτονόητα. Που σου θυμίζουν κάποτε ότι ήσουν άνθρωπος. Ένα καλό φαγητό, ένα καλό κρασί, μια γυναικεία παρέα, ένας κινηματογράφος. Όλα αυτά γίνονται είδος πολυτελείας. Καθημερινά αποξενώνεσαι και κατεβαίνεις δυο δυο τα σκαλιά της παρακμής. Το δύσκολο δεν είναι να επιβιώσεις. Αυτό το καταφέρνουν λίγο πολύ όλοι. Το δύσκολο είναι να συνηθίσεις. Έγω την πρώτη μέρα έφαγα με όρεξη ένα άθλιο ζαμπόν με πατάτες, κατόπιν πήγα τουαλέτα και το επόμενο πρωινό σηκώθηκα με στύση. Απίστευτα πράγματα.
Οι παλιοί λέγανε ότι ένα καλό φίλο θα κάνεις στο στρατό και θα τον
κρατήσεις για πάντα. Θα συμφωνήσω κατά το ήμιση. Με τον Άρη ψώνισα από
σβέρκο. Ελλατωματικό προιόν από την αρχή. Χωρίς οδηγίες χρήσεως και χωρίς
εγγύηση. Η προσπάθεια για αντικατάσταση έπεσε στο κενό. Μετά την
απομάκρυνση εκ του ταμείου ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Στη ταμπακιέρα. Ή
το πετάς ή το κρατάς.. Για πάντα.. Εγώ το κράτησα.
Ο Άρης έφτασε στη Σάμο όταν εγώ έφευγα με άδεια. Στο στρατό η άδεια
μεταφράζεται ως εξής. Κάνεις ένα διάλειμμα και βλέπεις τη ζωή σου. Εκ των
υστέρων βέβαια, αυτό που μετρά είναι η αναμονή της. Η πουτάνα πάντα
περνά καταστροφικά γρήγορα. Τέλος πάντων, η λαχτάρα μου να εξαφανιστώ
από κει ήταν μεγάλη και ο Άρης μόλις έμαθε ότι φεύγω για Αθήνα ήρθε, με
βρήκε και απαίτησε ούτε λίγο ούτε πολύ να του φέρω ζάντες για την
Corolla του. Θράσος που το είχε ο πούστης. Και ούτε καν μου συστήθηκε.
Είχα έξι μήνες να δω τους δικούς μου και τους φίλους μου και θα έτρεχα
σε βουλκανιζατέρ για το κωλάμαξο του. Στον ίδιο βέβαια δεν είπα τίποτα
από όλα αυτά. Πήρα τα χρήματα και πριν φύγω, αγόρασα κάτι μεταχειρισμένες
που βρήκα στο Βαθύ. Τα υπόλοιπα τα ήπια στην υγειά του. Αυτός δεν
κατάλαβε τίποτα. Αυτές έχει ακόμα.
Ένα βράδυ παίζω πόκερ με κάτι στραβάδια. Αντί για χρήματα παίζουμε τις
αγγαρείες μας. Κερδίζω ήδη δύο εβδομάδες μακριά από τις χέστρες και μια
εβδομάδα αποχή από τη λάντζα. Το παιχνίδι άρχιζει να γίνεται ενδιαφέρον
όταν ένας χοντρός με αφτιά σαν προπέλες* μου πρότεινει τις εξόδους του. Με
κέντα χρώμα δεν του αρνούμαι και ήδη κάνω σχέδια για το που θα πάω και
θα τι θα βάλω το βράδυ. Λίγο πριν φανερώσουμε τα χαρτιά μας ακούμε μια
φωνή
- Ένα μουνόπανο ρεεε!, κοπρίτες!
Δεν δίνουμε σημασία.
- Μια πατσαβούρα ρεε!!, πιο έντονα αυτή τη φορά
Εμείς ατάραχοι
- Ένα κωλόχαρτο ρε!, δίπλα μας
Γυρίζουμε και βλέπουμε τον Άρη ξεβράκωτο να κράτα το μόριο του με το
αριστερό χέρι και να έχει ίχνη από σπέρμα στο δεξί. Παραμάσχαλα κρατά
ένα περιοδικό.
- Καλά δεν ακούτε ρε? Φέρτε κάτι να σκουπιστώ!
Τον γράφουμε στα αρχίδια μας. Μέγα λάθος που πληρώνει ο χοντρός αντίζηλος
μου, που τυχαίνει να κάθεται δίπλα του. Οι πρόπελες του αρχίζουν να
δουλεύουν ρολόι στα χέρια του Άρη και σε λίγα λεπτά λιγδιάζουν. Ένα κύμα
αηδίας με διαπερνά. Θα ξεράσω. Τον χοντρό τον πιάνει αμόκ και ξεχύνεται
στις τουαλέτες και ο Άρης με κοιτά βαριανασαίνωντας.
- Πάλι κασέρια έχυσα απόψε, μου κάνει και μαζεύει τα βράκια του.
- Μου χρώστας τις εξόδους του φούσκα, απαντώ με παράπονο
- Πούστη Λυγίζο σου φεξε πάλι!
- Γιατί?
- Σήμερα θα γαμήσεις...
Το ίδιο βράδυ βγαίνουμε στο Βαθύ. Για αρχή καθόμαστε στο μπαρ ενός φίνου
ξενοδοχείου. Ωραία ατμόσφαιρα, καθαρά ποτά, λίγος κόσμος και cool μουσικη.
Ευκαιρία να επικοινωνήσουμε. Εκεί μαθαίνω ότι οι γονείς του είναι
χωρισμένοι, ζει με τον πατέρα του, η μάνα του είναι μια ξεκωλιάρα που δεν
δίνει πεντάρα για αυτόν, μόλις απολυθεί θα φύγει Αγγλία για να σπουδάσει
αλλά ακόμα δεν έχει αποφασίσει τι, είναι ευκατάστατος και είναι άρρωστος
με το μουνί. Είναι η τρέλα του, η επιστήμη του, το χόμπι του, η κάβλα του.
Το έχει κατηγοροποιήσει. Μουνί βιτρινάτο, μουνί γαρύφαλλο, μουνί καμηλό,
μουνί τραγιάσκα, μουνί τριζάτο, μουνί καπέλο, μουνί με ρύζι...
- Μουνί με ρύζι? απορώ
- Η χάλια γκόμενα μου εξηγεί.
Μετά από δύο ώρες, μου έχει αναλύσει με πάθος την κοσμοθεωρία του. Η
περίφημη θεωρία του μουνιού. Όλες οι γυναίκες δεν έχουν μυαλό παρά μόνο
μουνί. Και το μουνί θέλει γαμήσι. Όποιος άντρας δεν σκέφτεται έτσι τα
κουνάει τα ζάρια, την τρίζει την όπισθεν, το πάει σούζα το τρίκυκλο. Της
γυναίκας ο καημός είναι λούσα, πούτσα και χορός. Προσπαθεί μάλιστα να
κατοχυρώσει πνευματικά δικαιώματα πάνω σε αυτό αλλά κανείς
συμβολαιογράφος δεν αναλαμβάνει κάτι τέτοιο. Τον ακούω να μου μιλά και
ψάχνω κοινά σημεία. Μόνο ένα. Του αρέσει να πίνει. Κατά τα άλλα μας
χωρίζουν θάλασσες και ήπειροι. Όταν ανατέλλω εγώ, δύει αυτός. Φυσάει
βοριάς από το νοτιά*.
- Λυγίζο δε βλέπω καμιά μούνα εδώ! Την κάνουμε?
- Να πάμε που?
- Κάπου να υπάρχει μουνάθροιση!
Σηκωνόμαστε και με δική του υπόδειξη χωνόμαστε σε ένα κωλάδικο. Εδώ σε
θέλω ψυχή μου να φανείς δυνατή. Ντιριντάχτα στη διαπασών και μωρά στη
πίστα.
- Μουνιά χαρά!, κραυγάζει ο Άρης στο στοιχείο του
Αράζω με ένα ποτό σε μια γωνιά. Το φέρνω στη μύτη μου. Μυρίζει πετρέλαιο.
Δοκίμαζω μια γουλιά. Αναγουλιάζω. Δείχνω το ποτό μου στον Άρη
- Με το υπόλοιπο τρίψε με, του κάνω
- Εδώ δεν ήρθαμε να πιούμε αλλά να πηδήξουμε. Λοιπόν τι λες για το
  μουνάκι απέναντι?  Δείχνει να της μιλάει της ψωλής..
Κοιτώ και βλέπω μια κοπελιά που χορεύει στα πόδια του φίλου της.
- Αυτή συνοδεύεται ρε μαλάκα!
- Ποιος? Αυτός παίζει μαλακία με το κώλο. Δε τον βλέπεις? Μουνοβοσκός.
  Θες να στη φέρω?
- Άρη μοιάζω με ανάπηρο? του κάνω και δείχνω ενοχλημένος
- Εντάξει ρε Λυγίζο, μια κουβέντα είπαμε, μη μας γαμήσεις..Αν την
  προσέγγιζες τι θα της έλεγες? απορεί
- Ότι είναι η πυγολαμπίδα στο σκοτάδι μου, το ξωτικό στο παραμύθι μου,
  στο πρωινό η καλημέρα μου, το καλοκαίρι στο χειμώνα μου. Κάτι τέτοιο
  φαντάζομαι...
- Σιγά μη πω τέτοιες μαλάκιες, μου κάνει γελώντας σπαστικά. Θα τη βούταγα
  και θα της έλεγα, κώλο δίνεις?
- Σύντομος, σαφής και περιεκτικός, δηλαδή?
Τότε κατάλαβα ότι είναι και επικίνδυνος.
Μετά από μισή ώρα έχω πήξει μέχρι θανάτου, χαιρετώ τον Άρη που
χαμουρεύει μια θείτσα με βυζιά πεπόνια και κινούμαι προς την έξοδο. Όταν
βγαίνω έξω ο Άρης είναι από πίσω μου.
- Με ρούφηξε η ψωλοκρεμάστρα!!
- Μπορούσες να μείνεις, του κάνω
- Λυγίζο, σου είπα ότι θα πηδήξεις σήμερα
- Έπεσες έξω. Δεν υπάρχει μπαγιόκο*. Γυρίζω στρατόπεδο
- Δεν θα πας πουθενά. Καθαρίζω εγώ.
Μπαίνουμε στο αμάξι του και κομμάτια όπως είμαστε καταλήγουμε σε
μπουρδέλο στο Πυθαγόρειο. Εκεί μια τσατσά μας υποδέχεται στη πόρτα.
Διαφημίζει την πραμάτεια της.
- Το καλύτερο μουνί φέρνω από το Κουσάντασι, φωνάζει
Είμαι χάλια, τόσο που αρχίζω να το διασκεδάζω. Μπαίνουμε μέσα και
γυναίκες από όλο το κόσμο περνούν από μπροστά μας. Πραγματικός βυζόκαμπος.
Σε μένα γυαλίζει μια Ισπανίδα  και στον Άρη μια Κινέζα. Ξεκινάμε τις
διαπραγματεύσεις.
-Την Μαρία ντε λα πάρτον Καικούνα Τονώρες για τον φίλο μου και την
Γιακούνα  Τομουνάκι για μένα, κάνει ο Άρης χαριτολογώντας στη τσατσά
Δεν τα βρίσκουμε. Η τσατσά θέλει μπαξίσι*. Ξεσπά καταιγίδα
- Αυτά έχουμε και αν σας αρέσει. Ούτε ευρώ παραπάνω γριά σπερματοκανάτα,
  κάνει ο Άρης που το έχει πάρει προσωπικά
- Ρε που να σου γεμίσει ο κώλος κρέας! Θες να γαμήσεις τσάμπα
  μουναχοφάη? απαντά η τσατσά
- Τι είπες ρε μουνί κλαμένο? Κάθε εβδομάδα δε στα ακουμπώ μωρή
  βρωμιάρα?
- Σήκω φύγε ρε καριόλη από το μπουρδέλο μου. Που μουνί να πιάνεις και
  πούτσα να γίνεται!...
Ο Άρης κοπανάει την πόρτα και φεύγει. Μένω σύξυλος. Όση ώρα
πλακωνόντουσαν η Ντολόρες τριβόνταν πάνω μου. Σηκώνομαι με τακτ,
κουμπώνομαι και λέω να τη κάνω. Σαν λόρδος. Μερικές φορές όμως, η ίδια η ζωή
σε διαψεύδει με τα καμώματα της.
- Εσύ μορφονιέ θα γαμήσεις, μου κάνει με στόμφο η τσατσά
Ρε λύσσα να πηδήξω σήμερα! Δε με χαλάει. Μόνο που υπάρχει ένα σοβαρό
πρόβλημα.
- Δυστυχώς δεν υπάρχει σάλιο, απολογούμαι
- Δεν πειράζει αγορίνα μου, κάνει η τσατσά. Φαντάρος είσαι. Όποια στιγμή
  έχεις, μας τα φέρνεις
- Και ο άλλος?
- Μη μου μιλάς για τον άλλον. Άκου να με πει μουνί κλαμένο. Ξέρεις ποια
  είμαι γω? Η Ρόζα με το όνομα. Η πρώτη Σαμιώτισσα πουτάνα.
- Στέφανος, χάρηκα για την γνωριμία
- Στέφανε ο φίλος σου είναι ανωμαλάρα. Ξέρεις τι ζήτησε σε ένα από τα
  κορίτσια μου τις προάλλες?
- Τι?
- Να κάτσει να την χέσει. Αν έχεις το θεό σου! Είναι άρρωστος. Θα τον
  κρατήσω μακριά από το μπουρδέλο μου.
Δεν παίρνω θέση σε αυτά που ακούω. Είμαι αρκετά ζαλισμένος. Παίρνω την
Ντολόρες και ανεβαίνω πάνω. Την στιγμή που γδύνεται έχω αρχίσει και
αναπτύσσω μέσα μου μια φιλοσοφία*. Μία στάση ζωής. Δεν πληρώνω. Πόσο πιο
ωραία θα ήταν τα πράγματα αν δεν υπήρχε το χρήμα σαν μέσο συναλλαγής.
Μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει κάποιος που θα το εφάρμοζε αυτό? Την
σκέψη μου σταματά το βυζί της μες στο στόμα μου...
Όταν βγήκα ο Άρης κάθονταν στο απέναντι μπαρ με μια μπουκάλα Vodca σε
ημιλιπόθυμη κατάσταση. Ήταν βουρκώμενος αλλά όταν τον ρώτησα γιατί, μου
είπε ότι είναι από το ποτό και δεν έδωσα συνέχεια. Μου εκμηστηρεύτηκε
ότι πάσχει από πριαπισμό μια πάθηση που εκδηλώνεται με παρατεταμένη
και επώδυνη στύση και με έβαλε να ορκιστώ ότι δεν θα το πω πουθενά. Όταν
αποφασίσαμε να φύγουμε μου έδωσε το πορτοφόλι του για να πληρώσω και
πήγε να ξεράσει. Κάθως εξοφλούσα τα ποτά μας, βρήκα μέσα σε αυτό μια
παλιά φωτογραφία. Ένα παιδάκι, ίδιος ο Άρης, κλείνει μια γυναίκα στην
αγκαλιά του με τα δυο του τα χέρια και την φιλάει. Τα χέρια της
γυναίκας, που του μοιάζει, έχουν κλείσει το μικρό μέσα της και φτάνουν
στους ώμους της. Από πίσω δεν γράφει τίποτα, παρά μόνο Σεπτέμβριος 1990.
Όταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο είμασταν τόσο χάλια που κατουρήσαμε έξω
από το γραφείο του Δ/κτη, πήραμε τα όπλα μας από τον οπλοβαστό για να
παίξουμε Iνδιάνους με Kαουμπόϊδες και το πρωί μας βρήκαν να κοιμόμαστε
μέσα στο ΚΨΜ*. Είχαμε σπάσει τη πόρτα καταναλώνοντας κάποια προιόντα.
Βάλαμε χέρι ακόμα και στο ταμείο. Τις επόμενες μέρες, εγώ έφυγα φυλάκιο
για παραδειγματισμό με κάμποσες μέρες φυλακή και ο Άρης αποσπάστηκε στο
Χαϊδάρι. Την φυλακή ούτε αυτός την γλίτωσε. Θα βρίσκομασταν ξανά στην
Αθήνα μετά από λίγα χρόνια όταν και θα επέστρεφε από το Λονδίνο. Λίγους
μήνες μετά επέστρεψα από τη Σάμο με το απολυτήριο μου. Όλο αυτό το θέατρο
του παραλόγου είχε λάβει τέλος. Έκανα διαγραφή στο μυαλό μου σε ότι με είχε
πειράξει. Αυτή την δυνατότητα την είχα από παιδί. Μόλις έφευγα από κάπου
η παραπάνω διαδικασία ενεργοποιούνταν αυτόματα. Τα διέγραφα όλα ρε
παιδί μου. Ότι με πίκρανε, με στεναχώρησε, με τσάντισε, με χάλασε πέρναγε
στο πίσω μέρος του μυαλού μου, στο αρχείο και με μια μαγική κίνηση
έσβηνε. Ότι είχα που αφορούσε όλο αυτό φωτογραφίες, χειρόγραφα με
σκόρπιες σκέψεις, άδεια βλήματα, περόνη από χειροβομβίδα, ημερολόγιο,
νεκροτάμπελο, βιβλίο κατάστασης οπλίτη, εθνόσημα και τόσα άλλα τα έβαλα
μέσα σε ένα κουτί και τα έκλεισα στη ντουλάπα. Μέσα εκεί υπάρχει και
μια φωτογραφία μου με τον Άρη. Τον φακό δεν τον βλέπει κανείς. Εγώ
κοιτάω κάτω και ο Άρης κοιτά εμένα. Κάτι μου λέει. Γελάμε και οι δύο...





*Στίγμα = Έχει πολλές έννοιες. Εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά. Κάτι που σημαδεύει
και συνήθως ντροπιάζει εκείνον που το φέρει
*Τζουτζές = Από την τουρκική λέξη cϋce που θα πει νάνος. Ο γελωτοποιός.
Ο άνθρωπος που δεν είναι σοβαρός, ο γελοίος.
*Προπέλα = Από την αγγλική λέξη propeller. Ο έλικας πλοίων ή αεροπλάνων.
*Στίχος του Μανώλη Ρασούλη από το "Λεμόνι στην πορτοκαλιά"
*Μπαγιόκο = Από την ιταλική λέξη baiocco που σημαίνει παλιό μπακιρένιο
 παπικό νόμισμα μικρής αξίας. Στην προκειμένη περίπτωση το χρήμα
*Μπαξίσι = Από την τούρκικη λέξη bahsis που σημαίνει χρηματικό ποσό
 που δίνεται σε κάποιον για να κάνει μια εξυπηρέτηση.
*Φιλοσοφία = Η επιστήμη η οποία διερευνά τα θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από τον κόσμο,
τον άνθρωπο, τη γνώση, το αγαθό και το ωραίο. Το σύνολο των πεποιθήσεων που
καθορίζουν τη στάση και τη δράση ενός ατόμου ή συνόλου
*ΚΨΜ = Αρχικά του κέντρου ψυχαγωγίας μονάδας. Προφέρεται κα-ψι-μι.
Ο χώρος που προορίζεται για την ψυχαγωγία των στρατευμένων.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου